Τετάρτη 5 Αυγούστου 2026

Τά θεῖα καταπιστεύματα

      

          

            Τοῦ Πρωτοπρ. Ἀθανάσιου Νίκου, Ἐφημερίου Ἱ. Ν. Ἁγ. Μηνᾶ Ναούσης, καθηγητῆ Σ.Μ.Υ.Κ.  Βελλᾶς Ἰωαννίνων

 

 

    Εἶναι ἐνσυνείδητη ἡ ἀνάγκη τῆς λυτρώσεως; Ἔχει ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος συνείδηση τῆς ἀλυτρώτου καταστάσεως τῆς κοινωνίας του, ἤ, μήπως, εὑρισκόμενος ἐν μέσῳ μυρίων συχνά ἡδονικῶν καί ἀναπαυτικῶν ἐξαρτήσεων, ἔπαυσε νά αἰσθάνεται τήν παντοδαπή δουλεία του καί τήν ἀνάγκη τῆς λυτρώσεως; Πῶς ἀπαντᾶ στό ἀδυσώπητο ἐρώτημα: Εἶσαι εὐτυχής;

    Μήπως ἰσχύει καί γιά τήν ἐρχόμενη πρώτη ἑκατονταετία τῆς τρίτης χιλιετίας ὁ χαρακτηρισμός, τόν ὁποῖο διετύπωσε ὁ προφήτης Ἡσαΐας (κεφ. 6, 9-10) περί τῆς συγχρόνου κοινωνίας του ὡς μή ἀντιλαμβανομένης, λόγῳ πωρώσεως τά σημεῖα τῆς ἐκτροπῆς καί ὁδηγουμένης, λόγῳ ἀμετανοησίας, σέ ἀλλεπάλληλες καταστροφές. Εἶπε: «Θά ἀκοῦτε, ἀλλά δέν θά καταλαβαίνετε. Θά βλέπετε, ἀλλά δέν θά ἐννοεῖτε!... Ἕως ὅτου ἐρημωθοῦν οἱ πόλεις καί μείνουν ἀκατοίκητες, ἕως ὅτου ἀδειάσουν τά σπίτια καί ἡ χώρα μείνει ἔρημη…».

 

                                              

                                                Τά θεῖα καταπιστεύματα

 

    Μετά τήν διαγνωστική τῆς ἐποχῆς, εἶναι ἀναγκαῖο νά μιλήσουμε περί τῆς «ἀρχιτεκτονικῆς» τῆς Ἐκκλησίας καί τούς σχετικούς «ἄξονες» αὐτῆς. Οἱ θεοπαράδοτοι «ἄξονες» δέον ὅπως εἶναι τά τρία θεῖα καταπιστεύματα ἤ οἱ τρεῖς θεῖες Οἰκονομίες. Καί πρῶτον, πρέπει νά συνειδητοποιήσουμε, τί εἶναι ἤ τί ὀφείλουμε νά θεωροῦμε ὡς θεῖο ἤ θεῖα καταπιστεύματα.

    Καταπίστευμα, κατά τήν νομική ἐκδοχή, εἶναι ἡ χορήγηση σέ κάποιον τῆς διαχειριστικῆς ἐξουσίας ἑνός ἀγαθοῦ πρός χάριν κάποιου τρίτου. Τό καταπίστευμα, θεολογικῶς, εἶναι αὐτό, τό ὁποῖον ἐνεπιστεύθη, δηλαδή ἐχορήγησεν ὁ Θεός στόν ἄνθρωπο, ὡς ἀλήθεια καί ὡς ὕλη πρός διαχείριση, δηλ. ἐνεργοποίηση, πρός χάριν καί ὠφέλειαν ὅλων τῶν ἀνθρώπων καί ὅλης τῆς κτίσεως, καί ὄχι μερικῶν προσώπων.

    Τά τρία μυστηριώδη καταπιστεύματα πού δόθηκαν ἀπ’ τόν Θεό στόν ἄνθρωπο πρός διαχείριση εἶναι:

    α) Ἡ συγκρότηση τοῦ ἀνθρώπου «κατ’ εἰκόνα δηλαδή κατ’ ἀναλογίαν τοῦ Θεοῦ» μέ τήν δυνατότητα ἀναγωγῆς στό «καθ’ ὁμοίωσιν Θεοῦ» (Γεν. 1,26), δηλαδή ἐξέλιξη καί τελείωση.

    β) Τό δικαίωμα νά ἐξυπηρετεῖται ὁ ἄνθρωπος ἀπό τήν φύση/κτίση καί τήν ἀχώριστη ὑποχρέωση νά διακονεῖ αὐτήν, συμφώνως πρός τήν βιβλική πληροφορία περί ἀλληλοεξαρτήσεως τοῦ ἀνθρώπου καί τῆς φύσεως· «ἔλαβεν κύριος ὁ Θεός τόν ἄνθρωπον, ὅν ἔπλασεν, καί ἔθετο ἐν τῷ παραδείσῳ ἐργάζεσθαι αὐτόν καί φυλάσσειν» (Γεν. 2,15).

    γ) Τό τρίτο καταπίστευμα εἶναι ὁ θεσμός τῆς Ἐκκλησίας, ἱδρυθείς, γιά νά λειτουργεῖ γιά τήν σωτηρία καί πρός ἀπελευθέρωση τοῦ ἐκπεσόντος, ἤτοι ἀποστασιοποιηθέντος ἀπό τῆς θείας χάριτος γένους τῶν ἀνθρώπων καί ὅλης τῆς συστενάζουσας καί συνωδίνουσας μέχρι σήμερα κτίσεως (Ρωμ. 8,22). Ἡ λύτρωση εἶναι κατάσταση τῆς ψυχῆς, παράγωγη καί τῆς ἐξωτερικῆς ἐλευθερίας ἀπό τά δεινά τῆς συμπαρασυρθείσας, λόγῳ τῆς κοινωνίας μετά τοῦ ἀνθρώπου, κτίσεως.

    Ὀνομάσαμε, προηγουμένως, τά καταπιστεύματα «μυστηριώδη», ἐπειδή εἶναι μυστήριο μέγα τό γεγονός ὅτι μέρος τῆς πολυποίκιλης καί πολυσύνθετης κτίσεως, ὁ ἄνθρωπος ἀσκεῖ δυσανάλογη πρός τό φυσικό καί ὀργανικό μέγεθός του ἐξουσία ἐπί τῶν λοιπῶν δημιουργημάτων.

    Ὁ ἄνθρωπος, εὑρισκόμενος στά ὅρια τῆς ὁμοιώσεως, δηλ. τῆς ἀναλογίας πρός τόν Θεόν, εἶναι ἐντολοδόχος τοῦ Θεοῦ καί πρός τίς τρεῖς κατευθύνσεις, ἤτοι πρός τήν κατεύθυνση τῆς διαφυλάξεως τῆς ἀκεραιότητος τῆς δημιουργίας τοῦ Θεοῦ, πρός τήν κατεύθυνση τῆς ἀνακτήσεως τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀνθρώπου διά τῆς λυτρώσεως, καί πρός τήν κατεύθυνση τῆς ἀναπτύξεως τοῦ πλάσματος ἄνθρωπος. Τά τρία αὐτά καταπιστεύματα εἶναι οἱ τρεῖς διαχειριστικές ἐνέργειες ἤ Οἰκονομίες τοῦ Θεοῦ πρός τόν ἄνθρωπο καί τήν κτίση. Παριστοῦν δέ τίς τρεῖς ὄψεις τοῦ ἀνθρώπου, αὐτήν τοῦ θεϊκοῦ δημιουργήματος, αὐτήν τοῦ οἰκονόμου/διαχειριστοῦ τῆς κτίσεως/φύσεως καί αὐτήν τοῦ συνεργοῦ τοῦ Θεοῦ στήν σωτηρία καί ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου.

 

 

 

 Τό ἀξίωμα ἄνθρωπος (Τό πρῶτο καταπίστευμα ἤ ἡ πρώτη Θεία Οἰκονομία)

 

    Ἡ πρώτη, ἀπό τήν ὀπτική γωνία τοῦ ἀνθρώπου, «οἰκονομική», δηλ. διαχειριστική ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ κατά τήν Δημιουργία τοῦ κόσμου εἶναι ἡ μοναδική ὑφή τῆς συγκροτήσεως τοῦ ἀνθρώπου ἡ μοναδικότητα τῆς ἀνθρώπινης ἀξίας ἤ τοῦ «ἀξιώματος» ἄνθρωπος, σύμφωνα μέ τόν Μέγα Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Φώτιο, ἔγκειται στήν ἀνάλογη πρός τόν Θεό καί Δημιουργό συγκρότησή του· συγκροτεῖται ὡς μεταίχμιος μεταξύ ὑλικοῦ καί πνευματικοῦ κόσμου. Αὐτή (ἡ μοναδική ὑφή τῆς συγκροτήσεως τοῦ ἀνθρώπου) συνιστᾶ τό πρῶτο καταπίστευμα τοῦ Θεοῦ στήν Ἐκκλησία πρός μαρτυρία καί διακονία. Ἡ μαρτυρία αὐτή περιλαμβάνει ὡς καθολικό συστατικό γνώρισμα τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, τήν ἀξιοπρέπεια, ἀνεξάρτητη ἀπό κάθε ἀτομικό ἤ κοινωνικό συμβεβηκός, δηλ. ἀπό τήν φυλή ἤ τό φύλο, ἀπό τό χρῶμα τῆς ἐπιδερμίδος ἤ τήν γλώσσα, ἀπό τήν μορφωτική ἤ/καί τήν πολιτισμική στάθμη, ἀπό τήν οἰκονομική ἤ τήν κοινωνική κατάσταση, ἀπό τήν ἱστορική πορεία ἤ τήν παράδοση ἑκάστου, προσώπου ἤ κοινωνίας. Τήν κοινή βιολογική ποιότητα τῶν ἀνθρώπων, προσδιόρισε ὁ Ἀπόστολος Παῦλος (Πράξ. 17,26) στόν ἀρεοπαγιτικό πρός τούς Ἀθηναίους λόγο του ὡς ἑνιαίας ποιότητος θεϊκή ποίηση «ἐξ ἑνός αἵματος», συναπτομένη πρός τό δικαίωμα νά κατοικεῖ ὑπό τόν οὐρανόν.

    Ἡ Ἐκκλησία ὡς θεόθεν συσταθεῖσα εἶναι χειραγωγός, ὄχι κυρίαρχος κάθε ἀνθρώπου πρός ἀναπτυξιακή διαχείριση τοῦ ἀνεπανάληπτου ἐν σπέρματι καταπιστεύματος. Εἰσερχόμενη δέ ἤδη στόν ἐναρκτήριο τῆς τρίτης χιλιετίας 21ο αἰώνα, εὑρίσκεται τοῦτο μέν χρεωμένη μέ τήν ἐντολή τῆς ἀνάπτυξης, πού ἀποτελεῖ τό περιεχόμενο τοῦ τρίτου καταπιστεύματος, τοῦτο δέ πρό μιᾶς παγκόσμιας ἱστορικοκοινωνικῆς ἐκτροπῆς μέ ἔκδηλες ἐνέργειες ἀποσταθεροποίησης τῆς ἀνθρώπινης ἀξίας καί ὑπονόμευσης τῆς ἀνθρώπινης ἀξιοπρέπειας.

    Τά σύγχρονα φαινόμενα ἀποσταθεροποίησης τοῦ ἀξιώματος ἄνθρωπος εἶναι πολλά καί δραματικά, διχαζόμενα σέ ὑπερβολές καί ἐλλείψεις. Προκύπτουν δέ, ἀπό τήν παραβατική τῶν ὁρίων τοῦ ἀνθρώπου ἐκμετάλλευση τῶν ἐπιστημονικῶν καί τῶν τεχνολογικῶν ἐπιτευγμάτων, πρός δύο κατευθύνσεις. Ἡ πρώτη ἀφορᾶ στίς ἐπιχειρούμενες παραβάσεις τῶν ὁρίων τοῦ ἀνθρώπου πρός τά ἄνω, δηλ. τόν Θεόν· πρόκειται ὡς ἐμφανής ἤ συγκεκαλυμμένη ἀθεΐα. Ἡ δεύτερη ἀφορᾶ στήν δημιουργία ἀμφίσημων ἐνεργειῶν, εἴτε δι’ αὐτοϋπερτίμησης τοῦ ἐγώ καί ὑποτίμησης τοῦ ἐσύ, εἴτε δι’ ἀνεγέρσεως διαχωριστικῶν γραμμῶν πρός τούς ἄλλους ἀνθρώπους.

    Τά φαινόμενα αὐτά εἶναι ὅ,τι κληροδότησε στήν πανανθρώπινη κοινωνία ὁ 20ός αἰώνας καί προσδιορίζουν τήν ὀφειλόμενη πρώτη, ἀντιθετική κατεύθυνση τῆς μαρτυρίας τῆς Ἐκκλησίας.

    Ἡ ἐργώδης μαρτυρία τῆς Ἐκκλησίας, κατά τήν τρίτη χιλιετία, ὀφείλει, κατά τήν γνώμη μας, νά κυριαρχεῖται, ἀπό τήν προσπάθεια καθοδήγησης ὅλων τῶν ἀνθρώπων ἀδιακρίτως, πρός ἐπανεστίαση τῆς ἀνθρώπινης ταυτότητας καί συνειδησιακή σύμπτωσή της πρός τόν ὁρισμό τοῦ «ἀνθρώπου» ὡς τοῦ «κατ’ εἰκόνα Θεοῦ» σπερματικῶς συγκροτημένου ὄντος, ὄχι τῆς γῆς μόνον, ἀλλά τοῦ Σύμπαντος ὁλοκλήρου. Πρέπει νά ὑπομνησθεῖ, ὅτι οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες ἐξέφρασαν, ὡς ἀναμονή τῆς ἑλληνοχριστιανικῆς συνθέσεως, τήν ἔννοια περί τοῦ «θεοειδοῦς» καί «θεοεικέλου» χαρακτῆρος τοῦ ἀνθρώπου. Οἱ Πατέρες δέν δίστασαν νά χαρακτηρίσουν τόν ἄνθρωπο θεοδημιούργητον «κοσμοπολίτην» καί «ἄρχοντα τῆς κτίσεως» (PG 44, 264), ἀλλά ὄχι ἐκκοσμικευμένον πολίτην τοῦ παρόντος κόσμου μόνον.

    Ἡ ἀνάκτηση τοῦ ὁρισμοῦ, ὁ ὁποῖος διασώζει τήν ἀνθρώπινη ἀξιοπρέπεια καί ἐπιτρέπει τήν βιωματική ἐκδίπλωση τῆς ἀξιοπρέπειας σημαίνει ἐκκίνηση τῆς διαδικασίας διεύρυνσης τῆς ἀνθρώπινης συνείδησης πρός τό ἄπειρο. Καί διχάζεται τοῦτο μέν ὡς συνάντηση μέ τήν θεία βούληση, τοῦτο δέ ὡς συμπερίληψη στήν ἀνθρώπινη συνείδηση κάθε ἀνθρώπου καί κάθε θεϊκοῦ δημιουργήματος.

 

 

Ἡ διαχείριση τῆς φύσεως (Τό δεύτερο καταπίστευμα ἤ ἡ δεύτερη Θεία Οἰκονομία)

 

    Τό καταπίστευμα αὐτό ἔχει δύο ὄψεις: α) Τήν θετική, ἤτοι τήν χρήση τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος πρός παραγωγή βιοτικῶν, πολιτισμικῶν κ.ἄ. ἀγαθῶν, τά ὁποῖα ἔχουν καί οἰκονομική ὄψη, χωρίς νά εἶναι οὐσιαστικῶς οἰκονομικά, ἀλλά μέσα ἐλευθερίας καί αὐτοεκφράσεως τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτά ὀφείλουν νά συνυπάρχουν μετά δραστηριοτήτων, οἱ ὁποῖες συντηροῦν τήν ἀκεραιότητα καί τήν λειτουργικότητα τῆς φύσεως, συνιστοῦν δέ καί ἐκφράζουν τήν θεόθεν ὁρισθεῖσα εὐθύνη τοῦ ἀνθρώπου γιά τήν δημιουργία τοῦ Θεοῦ.

    β) Τήν ἀρνητική, ἤτοι τήν αὐθαίρετη καί ἀλαζονική μετατόπιση τοῦ ἀνθρωπίνου νοῦ ἀπό τήν συνετή αὐτογνωσία ὡς «διαβάτου τοῦ παρόντος αἰσθητοῦ κόσμου» (Viator mundi) στήν ἀλαζονική ἀντίληψη περί τοῦ ἀνθρώπου ὡς «κατασκευαστοῦ τοῦ κόσμου» (Factor mundi). Ἡ νέα αὐτή ἑστίαση τοῦ νοῦ ἔχει ὡς ἁπτό ἀποτέλεσμα τήν καταστροφή τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος, δηλ. τοῦ δευτέρου καταπιστεύματος τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο.

 

 

Ἐλευθερία διά τῆς Λυτρώσεως (Τό τρίτο καταπίστευμα ἤ ἡ τρίτη Θεία Οἰκονομία)

 

    Ἡ τρίτη διαχειριστική βουλή τοῦ Θεοῦ (Θεία Οἰκονομία) ἀναφέρεται στήν λυτρωτική τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ κόσμου ἐνέργεια. Συνιστᾶ ὡς καταπίστευμα τήν κατ’ ἐξοχήν Θεία Οἰκονομία, καί πραγματοποιεῖται, ἀποκλειστικῶς, διά τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία εἶναι ὁ προαιώνιος, ἀρχικῶς ἀφανής, ἐμφανής μετά, θεσμός ἐκφράσεως καί λειτουργίας τῆς ἀκατάλυτης ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι τό Ἀνίδρυμα τῆς Ἀγάπης τοῦ Θεοῦ πρός τά δημιουργήματά Του, ἰδιαζόντως δέ πρός τόν ἄνθρωπο. Εἶναι ἀκατάλυτη, ἐπειδή ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ εἶναι διαρκής καί διαχρονική, ἀνεξάρτητη ἀπό τήν προφητεία καί τήν γνώση, ἐπειδή «οὐδέποτε ἐκπίπτει, εἴτε δέ προφητεῖαι, καταργηθήσονται· εἴτε γλῶσσαι, παύσονται· εἴτε γνῶσις, καταργηθήσεται» (Α΄ Κορ. 13,8).

    Ὁ Χριστός ὡς ἡ Ἀγάπη καί ἡ Ἀγάπη ὡς ὁ Χριστός εἶναι ἡ σταθερή ἀλήθεια, τήν ὁποία ὀφείλει νά μαρτυρήσει καί θά μαρτυρήσει ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ὡς ὅλον καί ὡς ἐπί μέρους, καί κατά τήν τρίτη χιλιετία.

    Τά φυσικά φαινόμενα ὡς ἐκφράσεις τῆς φύσεως καί τά ἱστορικά γεγονότα ὡς ἐκφράσεις τῆς ἱστορίας τοῦ ἀνθρώπου ἔχουν μεταβλητή σύνθεση καί συνθέματα, ἐπειδή ὁ Θεός δημιούργησε τόν ἄνθρωπο ἐλεύθερο καί μάλιστα σέ τέτοιο βαθμό, ὥστε νά δύναται νά ἐπαναστατεῖ ἀμάχητο τεκμήριο τῆς ὑπάρχουσας ἐλευθερίας καί κατ’ Αὐτοῦ τοῦ διέποντος τά πάντα Δημιουργοῦ Του! Καί νά δύναται νά ἀρνεῖται ὄχι μόνον τήν ὑπακοή σ’ Αὐτόν, ἀλλά καί νά συμπιέζει τήν ἔμφυτη ἀγάπη.

    Καί ἡ μέν ἀγάπη πρός τόν Θεόν εὑρίσκεται ἐγγενῶς στή φύση τοῦ ἀμόλυντου ἀνθρωπίνου πνεύματος, ἡ δέ ὑπακοή σ’ Αὐτόν ἀνήκει στήν προαίρεση (ἐκλογή) τοῦ ἀνθρώπου, ἤ ὅπως διατυπώνει τοῦτο ὁ Μέγας Βασίλειος, «ἀδίδακτος ἡ πρός τόν Θεόν ἀγάπη».

    Ἡ παγκοσμίως ἀδίδακτη ἀγάπη πρός τόν Θεόν συνιστᾶ τό ὀντολογικό ψυχολογικό «ἔδαφος» τοῦ ἀνθρώπου ἐπί τοῦ ὁποίου οἰκοδομεῖται τό παγκόσμιο Ἵδρυμα τῆς Ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, ἡ Ἐκκλησία. Αὐτή εἶναι ἡ σταθερά ἀπό τῆς ὁποίας ἐκκινεῖ, διά τῆς ὁποίας καί πρός τήν ὁποίαν ὀφείλει νά κατευθύνεται καί νά διέπεται ἡ μαρτυρία τῆς Ἐκκλησίας, διαχρονικά. 

 

 

Ἡ ἐπιστήμη καί ἡ ἐπανάσταση

 

    Ἀπό τίς ἀρχές τοῦ 20οῦ αἰώνα, ὁ ὁποῖος χαρακτηρίσθηκε καί ὡς «αἰών τῶν φώτων», καλλιεργήθηκε στούς ἀνθρώπους, ἀμέσως μέν, τοῦ δυτικοῦ, ἐμμέσως δέ, καί τοῦ ἀνατολικοῦ εὐρωπαϊκοῦ χώρου, ἡ ψευδής αἰσιοδοξία ὅτι ἡ ἐπιστήμη εἶναι τό ἀπόλυτο μέσο καί ὄργανο, τό ὁποῖο θά λύσει κάθε πρόβλημα, βιοτικό ἤ ἄλλο, ἡ δέ ἐπανάσταση, στηριζόμενη στήν ἐπιστήμη, θά λυτρώσει τόν ἄνθρωπο καί τίς κοινωνίες του ἀπό τά δεινά!

    Σήμερα, ἡ αἰσιοδοξία αὐτή μετρᾶ ἀπολογιστικῶς ἐπιτυχίες, ἀλλά καί φρικτές ἀποτυχίες, εἶναι δέ σταθμητή ἡ τεράστια ἔκταση τῆς ἐπικρατούσας δυστυχίας σέ πλῆθος ἀνθρώπων  καί λαῶν. Δυστυχία πού δέν παρατηρεῖται μόνον στίς λεγόμενες οἰκονομικῶς ὑποανάπτυκτες χῶρες, ἀλλά, ἄλλου τύπου, καί στίς οἰκονομικῶς ἀναπτυγμένες.

    Τά γνήσια προβλήματα τοῦ ἀνθρώπου δέν εἶναι, ὅπως ἔκκεντρα καί παραπλανητικά προβάλλεται, οἰκονομοκεντρικά, ἀλλά κοινωνικοκεντρικά.

    Νοσεῖ ἡ ἀνθρώπινη κοινωνία ὄχι ὡς ἀφηρημένο μέγεθος, ἀλλά ὡς πρακτικό καθημερινό γεγονός, δηλ. ὡς κοινωνία μεταξύ τῶν ἀνθρώπων.

    Ἡ κοινωνία ἔχει διασπασθεῖ σέ ἀπειράριθμους «κόκκους συμπαγοῦς ἐγωϊσμοῦ»· ἡ ἀπέραντη στενότητα τοῦ ἐγώ ἐγείρεται μεταξύ τῶν ἀνθρώπων καί ἀναιρεῖ τήν κοινωνία. Ὁ ἀνύστακτος πόλεμος τῆς Ἐκκλησίας κατά τῆς ἀπέραντης στενότητας τοῦ ἐγώ, ὀφείλει νά ἀποτελέσει στόχο τῆς μαρτυρίας τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτή, ἐξ ὁρισμοῦ, συνίσταται ἐκ τῆς λατρευτικῆς καί μυστηριακῆς , τῆς κοινωνικῆς καί τῆς (μέ τήν πρωταρχική/οὐσιαστική της ἔννοια) ἠθικῆς συμπράξεως· μόνον διά τῆς συμπράξεως δύναται νά ἀναχθεῖ τό ἐγώ στό ἐμεῖς τῆς ὁμολογίας, τῆς λατρείας καί τῆς πράξεως, σύμφωνα πρός τά ἑνοποιοῦντα τούς Ὀρθοδόξους «Πιστεύομεν…», «Ὁμολογοῦμεν», «Ὑμνοῦμεν», «Εὐχαριστοῦμεν» τοῦ ἑνός, ὁρατοῦ, κοινωνικοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ.

 

 

Ἀντί Ἐπιλόγου (Τά καταπιστεύματα καί ἡ ἐποχή τῆς παγκοσμιοποίησης τῆς Οἰκονομίας)    

 

    Ἡ Ὑμνολογία τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀπευθυνόμενη πρός τόν Θεόν διά τῆς διακονίας τῶν ἀνθρώπων, ἀντιμετωπίζει τήν ἐποχή τῆς «παγκοσμιοποίησης» τρεῖς κακοφωνίες. Τήν κακοφωνία, πρῶτον, τῆς ὑπεροψίας, τῆς διά τεχνολογικῶν κατασκευῶν κυριαρχίας τῆς τρίτης διαστάσεως πέριξ τῆς γῆς, δηλ. τοῦ ὕψους. Οἱ κυρίαρχοι τοῦ ὕψους ἀκροῶνται, διά τοῦ συστήματος Echelon, τῶν λόγων καί ἐποπτεύουν δορυφορικῶς τά ἔργα καί τίς ἐν γένει δραστηριότητες τῶν ἐπί τῆς γῆς. Δέν διστάζουν δέ, νά ἐξαποστείλουν ἀπό ἀποστάσεως καί ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς, ἐπί δικαίους καί ἀδίκους τά «καθ’ ἡμῶν δολίως κινούμενα πεπυρωμένα βέλη τοῦ πονηροῦ» ὡς καταστρεπτικά πυρά (ὅπως πολλές φορές σέ διάφορες περιοχές τῆς γῆς συνέβη καί συμβαίνει…).

    Πρό 25 περίπου αἰώνων ὁ προφήτης Ὀβδιού (1, 3-4) ἐξέφρασε ἕνα βιβλικό «ἀλλά», στηλιτεύων τήν ἀλαζονεία τῶν Ἐδωμιτῶν, λόγῳ τῆς ὑποτιθέμενης ἀσφάλειας, τήν ὁποία παρεῖχε σ’ αὐτούς, ὅπως νόμιζαν, τό ὕψος στό ὁποῖο κατοικοῦσαν.

    «Ὑπερηφανία τῆς καρδίας σου (Ἐδώμ) ἐπῇρέ σε

    κατασκηνοῦντα ἐν ταῖς ὀπαῖς τῶν πετρῶν, ὑψῶν κατοικίαν αὐτοῦ,

    λέγων ἐν καρδίᾳ αὐτοῦ·

    τίς κατάξει με ἐπί τήν γῆν;

    ἐάν μετεωρισθῇς ὡς ἀετός

    καί ἐάν ἀνά μέσον τῶν ἄστρων θῇς νοσσιάν σου,

    ἐκεῖθεν κατάξω σε, λέγει Κύριος». [Ἀκολούθως ἡ μετάφραση δική μας]

    «Ἡ φοβερή σου ἀλαζονεία, Ἐδώμ, σέ παραπλάνησε.

    Ἐπειδή κατοικεῖς σέ ἀπρόσιτα, ψηλά καί βραχώδη μέρη, σκέπτεσαι:

    “ἐμένα ποιός μπορεῖ νά μέ ρίξει στή γῆ;”

    Ὅμως κι ἄν χτίσεις τή φωλιά σου στά ψηλά,

    καθώς ὁ ἀετός,

    ὥστε νά μοιάζει σάν νά βρίσκεται μεταξύ τῶν ἄστρων,

    ἐγώ, ὁ Κύριος λέω σέ σένα,

    ὅτι κι ἀπό ἐκεῖ θά σέ γκρεμίσω κάτω».

   

    Τήν κακοφωνία ἐπιδιώκουν, δεύτερον, διά τοῦ προγράμματος τῆς παγκοσμιοποίησης τῆς οἰκονομίας καί τήν ἐπιβολή τῶν ὅρων τοῦ «ἀγοράζειν καί πωλεῖν» παγκοσμίως, κατά τήν ἀναλογία τοῦ «θηρίου τῆς γῆς» τῆς Ἀποκαλύψεως τοῦ Ἰωάννου (13,17) καί προγραμματίζοντες, τρίτον, τήν ὑποταγή τῶν μικρῶν, μονοεθνικῶν κρατῶν πρός συγκρότηση «Νέας Βαβυλῶνος», ἡ ὁποία θά κορυφοῦται σέ μία, ὀνομαστικῶς μέν πολυκεντρική, οὐσιαστικῶς δέ μονοκεντρική ἐξουσία, στηριζόμενη στίς ἀρχές τοῦ «Μαμωνᾶ» καί στή λατρεία τοῦ «Χρυσοῦ Μόσχου».

    Εὐστόχως ἐπισημαίνεται τοῦτο σέ σχετικό ἄρθρο, μέ τόν εὔγλωττο περί τοῦ περιεχομένου τῆς παγκοσμιοποίησης τίτλο «Ἡ Ἀγορά ὡς Θεός» (Harvey Cox, The Market as God, The atlantic Monthly, March 1999). Τό δημοσίευμα αὐτό δέν εἰκονογραφεῖται μέ τόν «Μόσχον τόν Σιτευτόν» τῆς Καινῆς Διαθήκης, ἀλλά μέ τόν «χρυσοῦν μόσχον» τῆς παλαιοδιαθηκικῆς ἀποστασίας. Ἡ παγκοσμιοποίηση φέρει, ὅπως φαίνεται, δυστυχῶς, τό περίγραμμα τῆς ἀντιθρησκείας τοῦ 21ου αἰώνα.

    Πρός ἐκείνους πού ἐλέγχουν τήν οἰκονομία τῶν κοινωνιῶν ἀναφέρθηκε ἀλληγορικῶς μέν, μετά βεβαιότητος δέ ὁ εὐαγγελιστής προφήτης Ἰωάννης (Ἀποκ. 13). Δέκα καί πέντε αἰῶνες προηγουμένως, ὁ Μωϋσῆς καταφέρθηκε κατά τῆς εἰδωλολατρικῆς ἐκτροπῆς διά τῆς κατασκευῆς καί τῆς λατρείας τοῦ «χρυσοῦ μόσχου» (Ἔξοδ. 32, 1-24, πρβλ. Δευτερ. 9,7 κ. ἑξ.), ἐπισημαίνων ὄχι ἁπλῶς τήν ἀνοχή, ἀλλά καί τήν συνέργεια τοῦ ἀρχιερέως καί ἀδελφοῦ του Ἀαρών. Στό σημεῖο τοῦτο, ὑποκρύπτεται μία ὑπόμνηση πρός τούς ἀρχιερεῖς καί ἱερεῖς, ὀρθοδόξους, ἀλλά καί παντός δόγματος. Ἡ τυπολογική σχέση τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης πρός τά κατ’ ἐπίφαση οἰκονομικά, οὐσιαστικῶς δέ ἀθεϊστικά ἤ ψευδοθρησκευτικά συστήματα τῆς ἐποχῆς μας, ὅπως τό τῆς οἰκονομικῆς παγκοσμιοποίησης, ἤ τῆς «Ἀγορᾶς ὡς Θεοῦ» εἶναι σαφής! Ἡ παγκοσμιοποίηση δέν τείνει μόνον πρός ἀντικατάσταση τῆς κοινωνίας διά τῆς οἰκονομίας, ἀλλά καί πρός ὑποκατάσταση τῆς θρησκείας διά τῆς οἰκονομίας, ὅπως δύναται νά συμπεράνει κάποιος, στηριζόμενος στήν προαναφερθεῖσα ἀνάλυση τοῦ H. Cox.

    Ὅ,τι δύναται νά συντηρήσει, πλέον, τήν ἐλπίδα ἀξιοπρεποῦς ζωῆς εἶναι ἡ ἀνύστακτη προσευχή τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ὀφείλει νά ἀπευθύνεται, ἀδιαλείπτως, πρός τήν μόνη σταθερή ἀλήθεια, ἀρχή καί πεποίθηση αὐτῆς, τόν Χριστό.

    Στήν Ἐλευθερία καί τή Λύτρωση συνοψίζεται τό θεόσδοτο περιεχόμενο τῆς μαρτυρίας τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας καί τῆς προσφερόμενης ἐλπίδας πρός τούς ἀνθρώπους τῆς σκοτεινῆς, εἰσέτι, τρίτης χιλιετίας, τήν ὁποία δύναται νά φωτίσει ἡ μία, ἑνιαία καί ὁμόφωνη δι’ ἔργων μαρτυρία: Ὁ Χριστός θά ἀναδειχθεῖ καί πάλι ἔργῳ ὡς ὁ ΕΛΕΥΘΕΡΩΤΗΣ τῶν κοινωνιῶν καί τοῦ νέου ἔτους 2026 καί τῆς τρίτης χιλιετίας(!), ἐπειδή εἶναι «χθές καί σήμερον ὁ αὐτός καί εἰς τούς αἰῶνας» (Ἑβρ. 13,8).    

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...