του Αρχιμανδρίτου Θεοφίλου Λεμοντζή
Ο Θεός, σύμφωνα με τον Μέγα
Βασίλειο, ως αγαθός δημιούργησε το ωφέλιμο, ως σοφός το άριστο και ως
παντοδύναμος το μέγιστο1. Ο πρώτος
άνθρωπος, αμέσως μόλις δημιουργήθηκε, ανέβλεψε στον ουρανό, γέμισε χαρά
από το κάλλος της ορατής κτίσης και ένιωσε μεγάλη αγάπη για το Θεό, που του
χάρισε την αιώνια ζωή και την τρυφή του παραδείσου2.Τοποθετήθηκε μέσα
στον παράδεισο (Γεν. 2,8) μέσα σ’ ένα “παλάτι”, σ’ ένα “ταμείο κάθε χαράς
και ευχαριστήσεως”, όπως λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός3.
Ο άνθρωπος δεν είναι ο δημιουργός του κόσμου
αλλά διαχειριστής και οικονόμος του. Εξουσιάζει τον κόσμο αλλά δεν πρέπει
να τον καταδυναστεύει(Γεν. 1,29-30·2,20). Από τη στιγμή όμως που
δια της παρακοής διατάραξε τις σχέσεις του με τον Δημιουργό του εισάγοντας την
αμαρτία στον κόσμο, διαταράχθηκαν και οι σχέσεις του με το φυσικό περιβάλλον το
οποίο κατέστη εχθρικό απέναντί του4. Στην
προσπάθειά του να το δαμάσει, το καταστρέφει. Το χρησιμοποιεί εγωκεντρικά
και με ιδιοτελείς σκοπούς. Λέγει ο άγιος Συμεών ο νέος Θεολόγος: “όλη η κτίση
που πλάσθηκε εκ του μηδενός από τον Θεό, όταν είδε τον Αδάμ να έχει βγει από
τον παράδεισο, δεν ήθελε πια να υποταγεί στον παραβάτη, ο ήλιος δεν ήθελε να
λάμψει, η σελήνη δεν ανεχόταν να φέγγει, τα άστρα προτιμούσαν να μη φανούν στα
μάτια του, οι πηγές δεν είχαν σκοπό ν’ αναβλύζουν νερό. Τα ποτάμια δεν ήθελαν
να κυλούν, ο αέρας μελετούσε να συσταλεί και να μη δώσει αναπνοή στον άνθρωπο
που επαναστάτησε κατά του Θεού, τα θηρία και όλα τα ζώα της γης όταν τον είδαν
γυμνό από την προηγούμενη δόξα του, τον περιφρόνησαν και σκληρύνθηκαν όλα
αμέσως εναντίον του. Ο ουρανός με το δίκιο του έκανε να κινηθεί για να πέσει
πάνω του, και η γη δε δεχόταν να τον υποφέρει και να τον κουβαλάει πάνω στους
ώμους της”5.