Δευτέρα 8 Ιανουαρίου 2024

Το «άφυλο» του Θεού της αγγλικανικής θεολογίας και η σύγχυση της αποφατικής με την αρνητική οδό (via negationis) γνωσιολογίας.

 


Αρχιμ. Θεοφίλου Λεμοντζή Δρ. Θ.


-Μια ορθόδοξη κριτική-

 

    Προ ολίγων ετών,  αγγλικανοί θεολόγοι και κληρικοί άνοιξαν μια συζήτηση στους εκκλησιαστικούς και θεολογικούς κύκλους σχετικά τόσο με  το «άφυλο» του Θεού όσο και με τη δυνατότητα να μην απευθύνονται στον Θεό μόνο στο αρσενικό γένος(1). Μάλιστα, ο  αιδεσιμότατος Τζάστιν Ουέλμπυ, πνευματικός ηγέτης των Αγγλικανών και από το 2013  αρχιεπίσκοπος Καντέρμπερυ, είπε: ”Οι πιστοί να μην αναφέρονται στον Θεό ως άνδρα, ούτε ως γυναίκα. Να μην τον αποκαλείτε “Κύριο”. Ο πατέρας μας Θεός δεν έχει φύλο»(2). Υποστηρίζουν επίσης ότι «η χρήση αρσενικών αντωνυμιών για τον Θεό δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως υπονοούμενο ότι ο Θεός έχει αρσενικό φύλο. Ο Θεός δεν έχει φύλο, σε αντίθεση με την ανθρωπότητα. Εφόσον ο Θεός δεν έχει φύλο, γιατί λοιπόν να περιοριζόμαστε με γλωσσικούς προσδιορισμούς;».(3)

Οι παραπάνω  θέσεις των Αγγλικανών ίσως προκαλούν μια εύλογη  αμηχανία αλλά δεν πρέπει να μας ξενίζουν διότι είναι απόλυτα σύμφωνες  με τη μεθοδολογία και τις προϋποθέσεις της  σχολαστικής θεολογίας από την οποία αναδύθηκε και η αγγλικανική θεολογία. Γι’ αυτό άλλωστε, είναι βέβαιο  ότι παρόμοιες θέσεις θα εκφραστούν και στο μέλλον από τον κύριο κορμό της σχολαστικής θεολογίας, την ρωμαιοκαθολική θεολογία, μέσα στα πλαίσια της  σύγχρονης περί «Gender» ιδεολογίας η οποία τείνει να κυριαρχήσει παντού(4). Είναι ορθή η παραπάνω προβληματική της αγγλικανικής θεολογίας; Είναι τελικά «άφυλος» ή «έμφυλος»  ο Θεός;

 

Το λάθος της σχολαστικής θεολογίας έγκειται στις θεολογικές της προϋποθέσεις.  Σε αντίθεση με την Ορθόδοξη Θεολογία η οποία κάνει ριζική και οντολογική διάκριση μεταξύ κτιστού και Ακτίστου, η σχολαστική θεολογία και κατ’  επέκτασιν η αγγλικανική, επιμένει στην διάκριση υλικού και πνευματικού(5). Σύμφωνα λοιπόν με αυτή την διάκριση  η  συμπαντική πραγματικότητα θεωρείται ως ένα ενιαίο σύστημα, μια ιεραρχία,  που στην κορυφή είναι ο Θεός(6). Ο  Θεός, για τους Σχολαστικούς, αν και είναι ένα ανώτερο πνευματικό ‘Ον δεν παύει όμως να βρίσκεται, στην κορυφή μεν, αλλά  στην ίδια κλίμακα στην οποία τοποθετούνται και τα κτιστά όντα.  Έτσι, σύμφωνα με αυτό το κοσμοείδωλο,  εφόσον ο Θεός είναι το απόλυτα πνευματικό Όν αυτής της ενοποιημένης ιεραρχίας, δεν έχει σωματικότητα και υλικότητα και κατά συνέπεια  δεν έχει και φύλο,  όπως επεσήμανε ο αιδεσιμότατος Ιαν Πολ, μέλος της  Συνόδου και του Αρχιεπισκοπικού Συμβουλίου της Εκκλησίας της Αγγλίας: «ο Θεός δεν έχει φύλο, σε αντίθεση με την ανθρωπότητα»(7).

Αντίθετα, η Ορθόδοξη Θεολογία επιμένει στη διάκριση κτιστού και Ακτίστου(8). Οι συνέπειες είναι τεράστιες. Ο Θεός δεν είναι απλά το απόλυτα πνευματικό Όν της ενοποιημένης ιεραρχίας όντων, όπως διατείνεται η σχολαστική θεολογία,  αλλά εντοπίζεται σε διαφορετική οντολογική διάσταση. Γι’ αυτό το λόγο,  οι ορθόδοξοι θεολόγοι επιστρατεύουν την αποφατική οδό γνωσιολογίας για την προσέγγιση του μυστηρίου του Θεού.  

 Βέβαια,  ορισμένοι ημέτεροι θεολόγοι οι οποίοι δεν έχουν κατανοήσει επακριβώς τη σημασία και την έννοια του αποφατισμού της Ορθόδοξης Θεολογίας,  υποστηρίζουν ότι ο όρος «άφυλος»  αποτελεί όρο  της αποφατικής θεολογίας και ως εκ τούτου μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να δηλώσει την ασώματη διάσταση  του Θεού και να Του αποδοθεί ως ιδιότητα(9). Η άποψη αυτή είναι εξάπαντος λανθασμένη και είναι αποτέλεσμα  της σύγχυσης μεταξύ αποφατικής θεολογίας που υιοθετεί η Ορθόδοξη Θεολογία και της αρνητικής οδού, της λεγομένης  via negationis, που χρησιμοποιεί η σχολαστική  θεολογία, ως μέθοδο γνωσιολογίας.

Η  via negationis των Σχολαστικών χρησιμοποιεί  αρνητικούς επιθετικούς προσδιορισμού (π.χ.  άχρονος),    για να δηλωθεί η τελειότητα  του Θεού έναντι των δημιουργημάτων. Αυτή όμως η  οδός γνώσεως, όπως επισημαίνει ο αείμνηστος καθηγητής Ν. Ματσούκας, δεν ταυτίζεται με την αποφατική θεολογία(10) η οποία προσπαθεί να διασώσει όχι την πνευματική υπεροχή αλλά την οντολογική υπεροχή του Ακτίστου Θεού έναντι των κτισμάτων. Οι περιγραφές  της σχολαστικής θεολογίας για τον Θεό, αν και αρνήσεις, δεν διασώζουν την οντολογική υπεροχή του Ακτίστου Θεού διότι και οι αρνήσεις  αποτελούν ουσιαστικά παραδοχή καταφάσεων   που δηλώνουν  απλώς στέρηση ή έλλειψη (π.χ. λογικός-άλογος). Ως εκ τούτου, ο  όρος «άφυλος» δεν είναι αποφατικός όρος αλλά  αρνητικός όρος με τον οποίο επισημαίνεται  η πνευματική διάσταση   του Θεού έναντι της υλικότητας και σωματικότητας  των άλλων όντων.

Όμως ο Θεός δεν είναι απλά το υπέρτατο πνευματικό Όν, αλλά  Άκτιστος και γι’  αυτό το λόγο ο άγιος Διονύσιος ο αρεοπαγίτης,  βαδίζοντας το μονοπάτι τoυ αποφατισμού  διδάσκει ότι ο άνθρωπος εισερχόμενος στο γνόφο της θεογνωσίας κατανοεί ότι στον   Θεό δεν ισχύουν   ούτε θέσεις και αφαιρέσεις,  ούτε καταφατικές, ούτε αρνητικές ιδιότητες,  ώστε  η Θεότητα  τελικά «οὐδέ τι τῶν οὐκ ὄντων, οὐδέ τι τῶν ὄντων ἐστίν, οὔτε τὰ ὄντα αὐτὴν γινώσκει, ᾗ αὐτή ἐστιν, οὔτε αὐτὴ γινώσκει τὰ ὄντα, ᾗ ὄντα ἐστίν· οὔτε λόγος αὐτῆς ἐστιν οὔτε ὄνομα οὔτε γνῶσις· οὔτε σκότος ἐστὶν οὔτε φῶς, οὔτε πλάνη οὔτε ἀλήθεια· οὔτε ἐστὶν αὐτῆς καθόλου θέσις οὔτε ἀφαίρεσις»(11),  δηλαδή, η  Θεότητα «ούτε ανήκει στα μη όντα αλλά ούτε και στα όντα και ούτε τα όντα γνωρίζουν τί είναι (αυτή)· ούτε Αυτή γνωρίζει με τη γνώση τι είναι τα όντα, ούτε λόγος υπάρχει γι’ Αυτήν, ούτε όνομα, ούτε γνώση· ούτε είναι σκοτάδι, ούτε είναι φως, ούτε πλάνη, ούτε αλήθεια∙ ούτε μπορεί καθόλου να οριστεί με την κατάφαση ή την αφαίρεση», και εν προκειμένω κατά αντιστοιχία ο Θεός, ούτε έμφυλος είναι,  ούτε άφυλος, διότι και ο όρος  «άφυλος»  δεν είναι αποφατικός όρος, αλλά καταφατική ιδιότητα  που δείχνει έλλειψη και στέρηση,  διότι  και πάλι σύμφωνα με τον άγιο Διονύσιο,   «ὑπὲρ πᾶσαν θέσιν ἐστὶν ἡ παντελὴς καὶ ἑνιαία τῶν πάντων Αἰτία καὶ ὑπὲρ πᾶσαν ἀφαίρεσιν ἡ ὑπεροχὴ  τοῦ πάντων ἁπλῶς ἀπολελυμένου καὶ ἐπέκεινα τῶν ὅλων»(12), δηλαδή  «η τέλεια και ενιαία Αιτία των πάντων ξεπερνά κάθε ορισμό  και η υπεροχή Εκείνου  που τα πάντα υπερβαίνει ξεπερνά κάθε αφαίρεση και αρνητικό προσδιορισμό».

Η Θεότητα είναι επέκεινα νου και ουσίας, επέκεινα πάσης περιγραφής, πέρα και πάνω από τα κατηγορήματα, είτε  θετικά, είτε αρνητικά, όπως είναι και ο όρος «άφυλος». Η  Θεότητα βρίσκεται  πέρα και πάνω από τις   περιγραφές, είτε θετικές είτε αρνητικές, των κτιστών όντων(13).   Όπως πολύ εύστοχα επισημαίνει το Γραφείο αιρέσεων της Ι.Μ. Πειραιώς: «η Ορθόδοξη Εκκλησία μας ποτέ δεν προβληματίστηκε με τέτοιου είδους διλήμματα, έχοντας υπ’ όψη της τον λόγο του Κυρίου μας: “Πνεύμα ο Θεός, και τους προσκυνούντας αυτόν εν πνεύματι και αληθεία δει προσκυνείν”,(Ιω. 4,24). Το φύλο είναι χαρακτηριστικό ιδίωμα των κτισμάτων και όχι του Θεού, ο οποίος ως άπειρο και ακατάληπτο Πνεύμα, δεν μπορεί να έχει καμία απολύτως σχέση με το φύλο, που χαρακτηρίζει τα κτίσματα»(14).

Τα παραπάνω αγνοεί η αγγλικανική  θεολογία η οποία θέλοντας να προσαρμοστεί  στις λεγόμενες Gender ιδεολογίες, οι οποίες όπως έχει αποδειχθεί στερούνται οιασδήποτε επιστημονικής τεκμηρίωσης(15),  υποστηρίζει  ότι και εμείς δεχόμαστε την αφυλία  του Θεού.  Όπως οι λατινόφρονες αντίπαλοι του αγίου Γρηγορίου Παλαμά έτσι και οι σύγχρονοι ομόφρονές τους   συντάσσουν το Θεό μέσα στις τάξεις των κτιστών όντων, έχοντας την αξίωση να ομιλούν και να διδάσκουν γι’ Αυτόν σύμφωνα με τη γνώση που συνάγεται από τη μελέτη  της δημιουργίας. Αποδεχόμενοι αυτή την εξίσωση και την εξομοίωση του Ακτίστου  με τα κτιστά, υποβιβάζουν το Θεό στις τάξεις του δημιουργημένου κόσμου, και όπως έλεγε ο άγιος. Γρηγόριος Παλαμάς,  αναμιγνύουν τα άμικτα μεταξύ τους, τα υπέρ χρόνον με τα υπό χρόνον και τα υπέρ αιτίαν με τα δι’ αιτίαν(16).

Έτσι,  η ιδιότητα «άφυλος» αποτελεί οντολογική περιγραφή  κτιστής πραγματικότητας και ως εκ τούτου είναι άκυρη προς χρήση για την περιγραφή του Ακτίστου. «Οὐκ ἐκ τῶν ὄντων τὰ ὑπὲρ πάντα τὰ ὄντα στοχαζόμενοι, ἀλλ᾿ ἐκ τῶν ἀρρήτως τελουμένων τὰ ὑπὲρ ἔννοιαν διδασκόμενοι», τονίζει και πάλι  ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς(17), διότι ο Θεός και ο κόσμος δεν υπάγονται σε ένα ενιαίο σύστημα πραγματικότητας, ώστε να μπορούν να Του αποδοθούν τέτοιου είδους ιδιότητες. Η  Ορθόδοξη Θεολογία,  αρνήθηκε τη δυνατότητα να ορίσουμε το Θεό  μέσα από τη μελέτη της κτιστής πραγματικότητας διότι ουδεμία  ομοιότης υπάρχει μεταξύ Θεού και δημιουργημάτων(18).

Εάν ο Θεός, σύμφωνα με την αποφατική θεολογία,  δεν είναι ούτε ον ούτε μη ον,  όπως λέγει παραπάνω ο άγιος Διονύσιος, βρίσκεται πέρα και πάνω από οποιαδήποτε περιγραφή της κτιστής πραγματικότητας,  και εν προκειμένω, ούτε  «άφυλος», ούτε «έμφυλος» είναι, τότε τι είναι ο Θεός;  Οδηγούμαστε σε μια παντελή αγνωσία του Θεού;

Για την Ορθόδοξη Θεολογία, ο  Θεός, αν και βρίσκεται πέρα από κάθε περιγραφή ως Άκτιστος, αν και  δεν υπόκειται, είτε σε θετικά είτε σε αρνητικά κατηγορήματα του κτιστού κόσμου,   αλλά   όμως   αποκαλύπτεται(19). «Ἡμεῖς δέ»,  τόνισε  ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς προς τους λατινόφρονες θεολογικούς του αντιπάλους, «οὐκ ἐξ ἐνδόξων ἐπί τό θεολογεῖν ὁρμώμεθα ἀρχῶν, ἀλλ᾿ ἀμεταπείστως περί ταύτας ἔχομεν, θεοδιδάκτους οὔσας»(20), δηλαδή, στην Ορθόδοξη Θεολογία δεν εκκινούμε από πιθανολογούμενους συλλογισμούς και ανθρώπινες σκέψεις και λογισμούς για να ομιλήσουμε για τον Θεό(21) αλλά από στέρεες, αψευδείς βάσεις που είναι οι θεοδίδακτες και θεόπνευστες αρχές του Ευαγγελίου και των Πατέρων της Εκκλησίας οι οποίες μας απεκαλύφθησαν(22). Ο Θεός δεν γνωρίζεται  συλλογιστικώς αλλά αποκαλυπτικώς, διότι, αν και άγνωστος και απερίγραπτος κατά την Ουσία Του,  αποκαλύπτεται με τις  Θεοφάνειες Του στην κτίση και την Ιστορία(23). Ο Θεός  αποκαλύπτεται δια των  ακτίστων Ενεργειών Του και αποκτούμε γνώση όχι της Ουσίας Του αλλά των Ενεργειών Του. Γι’ αυτό και οι Πατέρες  μας επεσήμαναν   διαχρονικά  ότι η διάκριση Ουσίας και ενέργειας στο Θεό αποτελεί βασική προϋπόθεση  ορθής θεολογίας(24).

    Αν και ο Θεός είναι πέραν παντός ανθρωπίνου νοήματος, επέκεινα νου και ουσίας, επέκεινα πάσης περιγραφής, μάς αποκαλύπτεται και μας δίνεται η δυνατότητα  όχι να τον ορίσουμε αλλά να   βιώσουμε την  αποκάλυψή Του. Η πίστη μας λοιπόν βασίζεται επάνω στη βιωματική εμπειρία της συνάντησης με τον αποκαλυφθέντα Θεό και όχι σε πιθανολογούμενες αρχές και ανθρώπινους λογισμούς.  Μας διδάσκει ο άγιος Σωφρόνιος του Έσσεξ: “Πριν μας αποκαλυφθεί ως πρόσωπο ο Θεός, πριν η ενέργεια της αϊδίου  ζωής Του διαπεράσει, την καρδιά, το νου και το σώμα μας περιπλανώμεθα εικάζοντες περί Αυτού. Κτιστοί όντες δεν μπορούμε να συλλάβουμε πως είναι δυνατόν να υπάρχει το Είναι. Όμως μας αποκαλύπτεται ως πρόσωπο και μας καλεί να τον συναντήσουμε”(25).

Εκ των αποτελεσμάτων των έργων Του Θεού,  δια της φανερώσεως των ακτίστων Ενεργειών Του(26), όντας αψευδής μαρτυρία της παρουσίας Του και των ιδιοτήτων Του, μας δίνεται η δυνατότητα αμυδρώς να  Τον περιγράψουμε. Έτσι ως παράδειγμα,  εφόσον  ο Θεός   δημιούργησε δια της δημιουργικής Του ενεργείας  τον κόσμο κατά συνέπεια του αποδίδουμε την ιδιότητα του  Δημιουργού, εφόσον δια της ζωοποιού ενεργείας Του, παρέχει τη ζωή, κατά συνέπεια του αποδίδουμε την ιδιότητα  του Ζωοδότη. Δια της συνεκτικής και προνοητικής Του δυνάμεως και ενεργείας προνοεί για τα δημιουργήματά Του φιλανθρώπως και γι’ αυτό, ενσαρκώθηκε και μας έδωσε «ἐξουσίαν τέκνα Θεοῦ γενέσθαι» (Ιωαν1,11).

Ο  κατά φύσιν Υιός και Λόγος του Θεού, ονομάζει εμάς τους χοϊκούς ανθρώπους αδελφούς: «οὐκ ἐπαισχύνεται ἀδελφοὺς αὐτοὺς καλεῖν, λέγων· ἀπαγγελῶ τὸ ὄνομά σου τοῖς ἀδελφοῖς μου, ἐν μέσῳ ἐκκλησίας ὑμνήσω σε» (Εβρ.2,11-12)  διότι  προσέλαβε ανθρώπινη φύση, «κεκοινώνηκε σαρκὸς καὶ αἵματος»(Εβρ.2,13)  και με αυτόν τον τρόπο κατέστη  αδελφός μας.    Κατά συνέπεια, ο κατά φύσιν Πατέρας του Υιού και Λόγου του Θεού,  Ιησού Χριστού, κατέστη  και   δικός μας κατά χάριν Πατέρας,  και εμείς τα παιδιά Του, θετοί υιοί κατά χάριν,   οι οποίοι γεννηθήκαμε «οὐκ ἐξ αἱμάτων, οὐδὲ ἐκ θελήματος σαρκός, οὐδὲ ἐκ θελήματος ἀνδρός, ἀλλ’ ἐκ Θεοῦ»(Ιωαν1,13).

Και όταν  ο Ιησούς μάς δίδαξε πώς να προσευχόμαστε αμέσως μας αναβίβασε στο ύψος της υιοθεσίας λέγοντας: «οὕτως οὖν προσεύχεσθε ὑμεῖς·
Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς»(Ματθ. 6,9), δηλαδή μας παραχώρησε το δικαίωμα να ονομάζουμε το επουράνιο Θεό Πατέρα, εμείς οι κτιστοί και χοϊκοί άνθρωποι, να γίνουμε  υιοί κατά χάριν. Ως εκ τούτου,  ο  Θεός έγινε αληθώς  Πατέρας μας   εξαιτίας της υιοθεσίας με την οποία  μας τίμησε. Όπως ο επίγειος  πατέρας κληρονομεί στα παιδιά του την περιουσία του έτσι και εμείς καθιστάμεθα  κληρονόμοι της Βασιλείας Του Θεού(27): «εἰ δὲ υἱός, καὶ κληρονόμος Θεοῦ διὰ Χριστοῦ»(Γαλ.4,6-7). Λέγει ο μακαριστός Γέροντας Ιωσήφ Βατοπαιδινός: «ο άνθρωπος με τη σωτηρία, δεν απαλλάσσεται μόνον από το θάνατο και τη φθορά, αλλά μεταφέρεται στον θεανθρωπισμό. Αλλάζει τη φύση του, παύει να ανήκει στη μερίδα των δούλων, των υπολοίπων δουλικών κτισμάτων που υπάρχουν, και μεταφέρεται στην υιοθεσία. Από ένα φτωχό παιδάκι και έκθετο, που ήταν μέσα στο δρόμο πεταμένο, το υιοθετεί ένας πλούσιος άνθρωπος και το κάνει κληρονόμο. Έπαυσε πλέον να είναι το παιδάκι του δρόμου. Είναι πλέον θετό παιδί του πλουσίου και κληρονόμος της τεράστιας περιουσίας»(28).

Ο  Θεός λοιπόν δια της ενσαρκώσεώς του Υιού  Του μας αποκαλύπτει εμφανώς και αμετακλήτως την πατρική Του ιδιότητα με όλα εκείνα τα στοιχεία που την συνοδεύουν ως μέρος της Θείας Οικονομίας. Όπως είναι αληθώς δημιουργός, ζωοδότης, φιλάνθρωπος και αγαθός, παρομοίως είναι  αληθώς κατά φύσιν Πατέρας του Ιησού Χριστού και κατά χάριν δικός μας δια της ενοικήσεως του Αγίου Πνεύματος: «῞Οτι δέ ἐστε υἱοί, ἐξαπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸ Πνεῦμα τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ εἰς τὰς καρδίας ὑμῶν, κρᾶζον· ἀββᾶ ὁ πατήρ. ὥστε οὐκέτι εἶ δοῦλος, ἀλλ’ υἱός· εἰ δὲ υἱός, καὶ κληρονόμος Θεοῦ διὰ Χριστοῦ» (Γαλ.4,6-7).

 Η αποκάλυψη της πατρικής ιδιότητος του Θεού εντάσσεται στο σχέδιο της προνοητικής και  πανσωστικής Του δυνάμεως  και ενεργείας της σωτηρίας. Κατά συνέπεια, κανένα όνομα και ιδιότητα δεν αποδίδεται στην ακατάληπτη Θεία Ουσία αλλά όλα έχουν σχέση με τις φανερώσεις του Θεού στην κτίση και την Ιστορία(29)Αυτή  η φανέρωση, η αποκάλυψη και κάθοδος των θείων ακτίστων ενεργειών αποτελεί και την πηγή ονοματοδοσίας στο Θεό, θα επισημάνει ο αείμνηστος καθηγητής Ν.Ματσούκας(30)και μας  χορηγεί το προνόμιο και το δικαίωμα να  ονομάζουμε τον επουράνιο Θεό  Πατέρα(31).

 «Τί είναι επιτέλους αυτός ο Θεός πού υπάρχει;», θα θέσει το ρητορικό ερώτημα ο μακαριστός Γέροντας Ιωσήφ Βατοπαιδινός. Και απαντά ο ίδιος και πάλι: «Αυτός ο Θεός που υπάρχει, έχει θεοπρεπείς ιδιότητες. Είναι υπέρθεος, υπερδύναμος, υπέρσοφος κλπ. Εκείνο όμως που μας συγκινεί, πέραν των θεοπρεπών ιδιοτήτων που έχει, είναι ότι σε μας διάκειται πατρικά. Ο τόσον μεγάλος Θεός για μας είναι Πατέρας. Εφ’ όσον είναι Πατέρας διάκειται με όλη την πατρική ιδιότητα απέναντι μας. Και εμείς με τη σειρά μας πρέπει να διακείμεθα προς αυτόν υϊκώς. Είναι οι σχέσεις ιδανικού Πατρός προς ιδανικούς υιούς(32).Ο ανθρώπινος προορισμός είναι η θέωση, ο αγιασμός. Αυτός ήταν ο σκοπός της θείας ενανθρωπήσεως. “Όσοι έλαβον αυτόν, έδωκεν αυτοίς εξουσίαν τέκνα Θεού γενέσθαι” (Ιωάν. 1,12). Άρα μετ΄ εξουσίας αποκαλούμε τον Θεό, Πατέρα»(33).

Ο μακαριστός καθηγητής π. Ιωάννης Ρωμανίδης τόνιζε ότι όλες οι αιρέσεις ανέκυψαν εξαιτίας της αδυναμίας των αιρετικών να κάνουν  διάκριση μεταξύ Ουσίας και ενέργειας στο Θεό, είτε λόγω αμάθειας, είτε εσκεμμένως(34). Αυτό  είναι ακριβώς και το δεύτερο λάθος που πράττει η σχολαστική  θεολογία και κατ’ επέκτασιν η  αγγλικανική  που την οδηγεί σε  απαράδεκτους και αντιβιβλικούς ισχυρισμούς όπως εν προκειμένω η άρνηση της πατρικής ιδιότητας του Θεού. Αυτή η άρνηση της διάκρισης οδηγεί σε άρνηση της φανέρωσης των ακτίστων σωτηριωδών ενεργειών του Θεού και κατ’ επέκτασιν στην άρνηση της πατρικής ιδιότητας του Θεού την οποία αποδεχόμεθα,  διότι    μας  αποκαλύφθηκε εν Χριστώ και βιώνεται  δια της εν Αγίω Πνεύματι χάριτι υιοθεσίας μας.

   Συνοψίζοντας, η θέση της αγγλικανικής θεολογίας περί αρνήσεως της πατρικής ιδιότητας του Θεού είναι απαράδεκτος εξ επόψεως Ορθοδόξου Θεολογίας. Επαναλαμβάνοντας  εσφαλμένες θεολογικές προϋποθέσεις  αιρετικών, από τους Αρειανούς(35), μέχρι τους εικονομάχους(36) και τους λατινόφρονες, αντιπάλους του αγίου Γρηγορίου Παλαμά, αρνείται την οντολογική  διάκριση κτιστού και  Ακτίστου, Ουσίας και Ενέργειας στο Θεό και ως εκ τούτου οδηγείται στην απόδοση κατηγορημάτων της κτιστής πραγματικότητας στο Θεό, όπως είναι ο όρος «άφυλος». Χάριν μιας νεόκοπης θεωρίας, αυτής της «Gender» η οποία εκκινεί από σοβαρά  λάθη, δεν έχει επιστημονικά ερείσματα και  έχει αποδειχθεί και καταστροφική στην πράξη(37),  οι αγγλικανοί θεολόγοι αντικαθιστούν την αποκάλυψη του Θεού με τους δικούς τους συλλογισμούς και λογισμούς, και  αρνούμενοι την πατρική ιδιότητα του Θεού ακυρώνουν  το μυστήριο της σωτηρίας,  η οποία συνίσταται στη δυνατότητα της κατά χάριν υιοθεσίας από το Θεό Πατέρα,  δηλαδή τη θέωση και τον αγιασμό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...