«Νεανίσκε, σοί λέγω ἐγέρθητι».
Ἕνα θαῦμα μᾶς παρουσιάζει ἡ σημερινή
εὐαγγελική περικοπή. Ἕνα θαῦμα ἀπό τά πολλά πού ἐπιτέλεσε ὁ Ἰησοῦς κατά τή
διάρκεια τῆς ἐπίγειας ζωῆς του καί πραγματοποιήθηκε στήν εἴσοδο τῆς πόλεως
Ναΐν.
Ὁ Χριστός πλησίαζε μέ τούς μαθητές του τά
τείχη τῆς πόλεως καί τότε εἶδε νά ἐξέρχεται μιά θλιβερή πορεία, μία νεκρώσιμη
πομπή. Μιά χήρα γυναίκα συνόδευε στήν τελευταία του κατοικία τό μονάκριβο παιδί
της καί, ὅπως ἦταν φυσικό, πολλοί ἦταν ἐκεῖνοι πού τῆς συμπαραστεκόταν στόν
πόνο της. Καί ἦταν τόσο μεγάλος ὁ θρῆνος τῆς μητέρας πού ὁ Χριστός «εὐσπλαγχνίσθη
ἐπ᾽ αὐτῇ καί εἶπεν αὐτῇ· μή κλαῖε». Τή λυπήθηκε, σημειώνει ὁ ἱερός
εὐαγγελιστής, ὁ Χριστός, τήν πλησίασε καί τήν προέτρεψε νά μήν κλαίει.
Λογική ἡ ἀντίδραση, ἀλλά ὁ Χριστός δέν
περιορίσθηκε σ᾽ αὐτήν. Ἔδωσε στήν εὐσπλαγχνία του μιά πιό πρακτική μορφή.
Πλησίασε τή σορό τοῦ νεαροῦ νεκροῦ, τήν ἀκούμπησε καί εἶπε: «Νεανίσκε, σοί
λέγω ἐγέρθητι».
Ὁ Χριστός ἀπευθύνεται σέ ἕνα νεκρό. Ὄχι γιατί
δέν γνωρίζει τί κάνει. Ὄχι γιατί θέλει νά δημιουργήσει ἐντυπώσεις. Ἀλλά γιατί
ὡς Κύριος τῆς ζωῆς καί τοῦ θανάτου ἔχει τή δύναμη νά ἀνακαλέσει στή ζωή ἕνα
νεκρό. Γιατί ὡς δημιουργός τοῦ ἀνθρώπου μπορεῖ νά ἐπανακαθορίσει τά ὅρια
τῆς ζωῆς τοῦ πλάσματός του, προκειμένου νά ἐξυπηρετήσει μέ τόν τρόπο αὐτό ἕναν
ἄλλο σκοπό.
Ἡ ἀνάσταση τοῦ νεαροῦ γιοῦ τῆς χήρας τῆς Ναΐν
δέν εἶναι ἁπλῶς ἔνδειξη τῆς δυνάμεως τοῦ Χριστοῦ ἐπάνω στή ζωή καί τόν
θάνατο, ἀλλά καί ἀπόδειξη τῆς εὐσπλαγχνίας καί τῆς ἀγάπης του πρός τή μητέρα
του, ἀπόδειξη τῆς ἀγάπης του γιά τό πλάσμα του πού ἀντιλαμβάνεται τή σημασία
τοῦ θανάτου καί θρηνεῖ γιά τό γεγονός.