του Αρχιμ. Θεοφίλου Λεμοντζή Δρ.Θ
Εάν ζούσε στην εποχή μας ο κοινωνιολόγος Μαξ Βέμπερ ίσως να μην του κέντριζε τόσο πολύ το ενδιαφέρον για το πώς μέσα από τις θρησκευτικές προϋποθέσεις του Προτεσταντισμού αναδύθηκε το καπιταλιστικό σύστημα, ώστε να γράψει το περίφημο έργο «Η προτεσταντική ηθική και το πνεύμα του καπιταλισμού»[1]. Είναι βέβαιο όμως ότι θα εντυπωσιαζόταν από το πώς οι πουριτανικές τάσεις μιας ιδιάζουσας καλβινιστικής ηθικής η οποία κατατείνει να ορίζει την ομοιομορφία στην σκέψη και την συμπεριφορά, να καταρτίζει λίστα απαγορεύσεων, να λογοκρίνει, να απαιτεί συμμόρφωση, να διεκδικεί την αυθεντία, να παρουσιάζεται ως ο χωροφύλακας της παγκόσμιας ηθικής συνείδησης και να αναγορεύει τη διαφορετική άποψη ως «βέβηλο», έχουν οδηγήσει στην εμφάνιση ενός ιδιότυπου κοινωνικού φαινομένου, με το όνομα «Woke culture», που φθάνει στα όρια του θρησκευτικού, ώστε ο φιλόσοφος Jean-François Braunstein στο δοκίμιό του «La Religion Woke»[2], να συγκρίνει το κίνημα αυτό με την αναβίωση του προτεσταντικού ευσεβισμού πριν από 200 χρόνια[3].
Άλλωστε, το όραμα των Καλβινιστών του 16ου αιώνα για την πόλη της Γενεύης[4] συμπίπτει με αυτό της Woke ιδεολογίας, το χτίσιμο δηλαδή μιας κοινωνίας επάνω σε μια ομοιόμορφη ηθική, σκέψη και συμπεριφορά, με ολοκληρωτικά χαρακτηριστικά. Και για να το επιτύχουν αυτό οι θρησκευτικοί άρχοντες της Γενεύης είχαν ως κύριο καθήκον την επίβλεψη των δημοσίων και ιδιωτικών ηθών, αλλά και την επίμονη και αδιάκριτη παρακολούθηση της ιδιωτικής ζωής κάθε ατόμου[5]. Επισκέπτονταν χωρίς προειδοποίηση όλα τα σπίτια για να ερευνήσουν τις συνήθειες των μελών της κάθε οικογένειας και οι ελαφρότερες μορφές παρέκκλισης από τους κανόνες της πόλης τιμωρούνταν[6].
