«Ἀλλ᾽ ὡς ἔχουσα τό κράτος ἀπροσμάχητον ἐκ
παντοίων με κινδύνων ἐλευθέρωσον».
Πρίν ἀπό λίγες ἡμέρες εἰσήλθαμε μέ τή χάρη τοῦ
Θεοῦ στήν Ἁγία καί Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Εἰσήλθαμε στό στάδιο τῶν ἀρετῶν, ὄχι
γιά νά γίνουμε θεατές τοῦ ἀγῶνος τῶν ἀδελφῶν μας ἀπό τίς κερκίδες τοῦ σταδίου,
ἀλλά γιά νά ἀγωνισθοῦμε καί ἐμεῖς «τόν καλόν ἀγῶνα τῆς πίστεως», τῆς νηστείας,
τῆς ἐγκρατείας, τῆς μετανοίας, τοῦ ἐξαγιασμοῦ τῶν ψυχῶν καί τῶν σωμάτων μας.
Ὁ ἀγώνας αὐτός δέν εἶναι εὔκολος οὔτε χωρίς
κόπο. Ὁ Χριστός δέν παραπλανᾶ κανένα μας. Δηλώνει εὐθέως ὅτι εἶναι στενή καί
τεθλιμμένη ἡ ὁδός τήν ὁποία μᾶς καλεῖ νά βαδίσουμε. Ἔχει σταυρό, ἔχει
πειρασμούς καί θλίψεις, εἶναι σκληρός, γιατί δέν εἶναι «πρός σάρκα καί αἷμα», ἀλλά
εἶναι «πρός τόν κοσμοκράτορα τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου», ὅπως λέγει ὁ ἀπόστολος
Παῦλος.
Καί γι᾽ αὐτό καί ἡ Ἐκκλησία μας μᾶς προτείνει ἰσχυρή
βοήθεια, μᾶς προτείνει τήν κραταιά καί ἀκαταίσχυντη βοήθεια τῆς Ὑπεραγίας
Θεοτόκου, τῆς Μητέρας τοῦ Κυρίου καί μητέρας μας, τῆς ὁποίας τούς
Χαιρετισμούς, ὅπως συνηθίζουμε νά τούς λέμε, ψάλαμε γιά πρώτη φορά ἀπόψε, ἀλλά
θά ψάλουμε καί κάθε Παρασκευή τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς.