Κυριακή, 25 Ιουλίου 2021

Ερμηνευτική και θεολογική προσέγγιση του Απολυτικίου της Αγίας Παρασκευής

 

Αρχιμανδρίτου Θεοφίλου Λεμοντζή Δρ. Θ.

 

     Οι βίοι των Αγίων μας  αποτελούν την αληθή βίωση και ερμηνεία του Ευαγγελίου διότι το άγιο Πνεύμα που ενέπνευσε και καθοδήγησε τους συγγραφείς των ιερών κειμένων το αυτό άγιο Πνεύμα παρείχε το φωτισμό, την καθοδήγηση και τον αγιασμό αυτών των εκλεκτών μελών της Εκκλησίας, για να γίνουν  κοινωνοί των μυστηρίων του Χριστού και ν’ ακολουθήσουν τα ίχνη Του. Κατά συνέπεια, είναι εκ των ων ουκ άνευ αναγκαία η μελέτη τους,  όχι μόνο διότι μάς καθοδηγούν στην πνευματική  ζωή αλλά και διότι  μας παρέχουν  την ορθή ερμηνεία των νοημάτων των ευαγγελικών κειμένων  καθώς το Ευαγγέλιο επαναλαμβάνεται μέσα στη ζωή τους και γινόμεθα και εμείς μέτοχοι της  Θείας Χάρης. Άλλωστε  κατά τη διάρκεια των σκοτεινών χρόνων της σκλαβιάς το γένος μας αντλούσε δύναμη και ελπίδα από τα νικηφόρα κατορθώματα των Αγίων. Το συναξάρι  ήταν το θεολογικό του εντρύφημα.

Οι πνευματικοί Πατέρες επισημαίνουν την ωφέλεια που λαμβάνουν οι πιστοί από αυτή τη μελέτη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι αυτό του αγίου Πορφυρίου του Καυσοκαλυβίτου ο οποίος αναφέρει ότι κατά τη διάρκεια των παιδικών του χρόνων  διάβαζε συλλαβιστά  το βίο του αγίου Ιωάννου του Καλυβίτου  και θέλοντας να τον μιμηθεί έφυγε  από τους γονείς του κρυφά και πήγε να μονάσει  στα Καυσοκαλύβια του αγίου Όρους. Αλλά και ο άγιος Παΐσιος ο αγιορείτης μας διηγείται ότι όταν ήταν μικρό παιδί οι γονείς του αντί για παραμύθια και ιστορίες του μιλούσαν για το βίο και τα θαύματα του οσίου Αρσενίου του Καππαδόκη και ο θαυμασμός  για τον  Όσιο άναψε εντός του τον πόθο της μοναστικής ζωής.

Ένας από τους βίους των Αγίων που κατέχει ξεχωριστή θέση στην καρδιά και το νου των πιστών είναι και αυτός της λαοφιλούς αγίας Οσιομάρτυρος Παρασκευής.  Η αγία Παρασκευή, όπως διαβάζουμε στο συναξάρι,  γεννήθηκε στη Ρώμη τον 2ο αι. μ. Χ. στα χρόνια του αυτοκράτορα Αντωνίνου. Ήταν κόρη  ευσεβών Χριστιανών, του Αγάθωνα και της Πολιτείας, ένα τέκνο που δόθηκε από το Θεό μετά από προσευχή καθώς οι γονείς της ήταν άτεκνοι. Επειδή το παιδί γεννήθηκε ημέρα Παρασκευή έλαβε αυτό το όνομα, υπενθυμίζοντας το γεγονός της σωτηρίας που συντελέστηκε την ημέρα αυτή δια του ζωοποιού Σταυρικού  θανάτου του Κυρίου μας. Οι γονείς της  φρόντισαν για την χριστιανική αγωγή της, και η ευσεβής κόρη από παιδί άρχισε να μελετά το λόγο του Ευαγγελίου και να προσαρμόζει τη ζωή της στη ζωή του Χριστού, «ἐκ σπαργάνων μητρῴων σὺ τῷ Χριστῷ, σεαυτὴν ἀναθεῖσα διηνεκῶς», όπως ψάλλουμε στο κάθισμα της εορτής

Μετά το θάνατο των γονέων της, σε νεαρή ηλικία, η αγία Παρασκευή μοίρασε όλη την περιουσία της στους φτωχούς και αφού ενδύθηκε το μοναχικό σχήμα, ανέπτυξε ιεραποστολική δράση κηρύσσοντας με ιδιαίτερο ζήλο και θέρμη το όνομα του μόνου αληθινού Θεού, ώστε πολλούς ειδωλολάτρες να ελκύσει στη χριστιανική πίστη. Η δράση της προκάλεσε τον ειδωλολάτρη αυτοκράτορα Αντωνίνο ο οποίος την συνέλαβε και της υποσχέθηκε ότι θα την καθιστούσε κληρονόμο πολλών δωρεών εάν  θυσίαζε στα είδωλα. Η Αγία όμως ομολόγησε την πίστη της στο Χριστό και «θεοσεβῆ πίστιν ἐκήρυξε». Βλέποντας ο διώκτης ότι  η Αγία «ρωσθεῖσα σθένει Χριστοῦ», όπως ψάλλουμε στον κανόνα της εορτής, παρέμενε σταθερή στην πίστη της, την υπέβαλε στο βασανιστήριο της πυρακτωμένης περικεφαλαίας, το οποίο υπέμεινε με καρτερικότητα, «τὸν Δεσπότην Χριστόν, ὁλοψύχως ποθήσασα, τῶν βασάνων ἤνεγκε». Τότε ο Αντωνίνος διέταξε και την έβαλαν σε ένα λέβητα με καυτό λάδι και πίσσα. Όμως  η  Αγία παρέμεινε άθικτη και όταν το είδε αυτό ο  Αντωνίνος δεν πίστεψε  ότι ήταν καυτό αυτό το μίγμα και διέταξε την Αγία να  ρίξει από αυτό το μίγμα επάνω του για να αποδείξει τον ισχυρισμό του. Η Αγία υπάκουσε και τότε ο Αντωνίνος τυφλώθηκε. Αμέσως την παρακάλεσε να τον θεραπεύσει η οποία αμέσως ανταποκρίθηκε με προσευχή και έδωσε στον Αντωνίνο το φως του, με αποτέλεσμα να πιστέψει στο Χριστό και την ελευθέρωσε.

Η Αγία συνέχισε την ιεραποστολική της δράση σε άλλες πόλεις και γι΄ αυτό συνελήφθη από έναν άλλον ειδωλολάτρη άρχοντα, τον  Ασκληπιό. Ομολόγησε και πάλι την πίστη της στο Χριστό και αυτός ο άρχοντας  την έκλεισε σέ ένα μέρος όπου ήταν ένα μεγάλο δηλητηριώδες φίδι στο οποίο έδιναν ως βορά τους θανατοποινίτες. Εκείνη όμως έκανε το σημείο του Σταυρού, «τὰς τοῦ ἐχθροῦ μηχανάς, καταβαλοῦσα ὅπλῳ τοῦ Σταυροῦ», και το φίδι κόπηκε στα  δύο και εξαφανίστηκε. Ο Ασκληπιός επίστευσε και την άφησε ελεύθερη. Συνεχίζοντας την ιεραποστολική της δράση ήρθε σε άλλη πόλη όπου ήταν ηγεμόνας ένας άλλος βασιλιάς,  ο Ταράσιος. Αυτός την συνέλαβε και εφόσον η Αγία παρέμεινε ακλόνητη στην πίστη της στο Χριστό και αφού την βασάνισε κι αυτός, διέταξε να  την αποκεφαλίσουν. Η Αγία «οὐδόλως ἑπτοήθη, οὔτε κρουσμόν μολυβδίνων σφυρῶν, οὔτε πῦρ, οὔτε ξεσμοὺς τῶν σαρκῶν, οὔτε βρασμόν τῶν λεβήτων, οὔτε ξίφους σφαγήν». Με αυτόν τον τρόπο η αγία Παρασκευή ανεδείχθη αθληφόρος μάρτυς του Χριστού καὶ «πρὸς Χριστοῦ ἀπείληφας, βραβεῖα νίκης πάνσοφε, Παρασκευὴπανθαύμαστε».

«Τιμὴ  μάρτυρος͵ μίμησις μάρτυρος», μας λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος και εμείς οι πιστοί μέσα στις λατρευτικές μας συνάξεις «λαλοῦντες ἑαυτοῖς ψαλμοῖς καὶ ὕμνοις καὶ ᾠδαῖς πνευματικαῖς, ᾄδοντες καὶ ψάλλοντες ἐν τῇ καρδίᾳ ὑμῶν τῷ Κυρίῳ»(Εφ.5,19) καλούμαστε να μιμηθούμε τους Μάρτυρες  και να τους αντιγράψουμε, διότι οι Άγιοι αντέγραψαν απολύτως το πρότυπον, τον Ιησούν Χριστόν και επέτυχον τον αγιασμό, όπως χαρακτηριστικά μάς διδάσκει ο μακαριστός Γέρων Ιωσήφ  ο  Βατοπαιδινός.

Μαζί με τις ιερές εικόνες αναμφίβολα και οι ωραιότατοι ύμνοι της Εκκλησίας αποτελούν διδακτικά μέσα για την πνευματική ζωή καθώς ο πιστός λαμβάνει γνώση των θαυμαστών κατορθωμάτων των Αγίων και παρακινείται προς μίμηση. Ενώ η ιερές εικόνες τρέφουν πνευματικώς  την όραση των πιστών, οι ύμνοι τρέφουν πνευματικώς την ακοή των πιστών.

Ιδιαίτερη θέση στην καρδιά και τα ευσεβή χείλη των ορθοδόξων χριστιανών  κατέχει και το απολυτίκιο της αγίας Παρασκευής το οποίο έχει ως εξής:

Τὴν σπουδήν σου τῇ κλήσει κατάλληλον,
ἐργασαμένη φερώνυμε,
τὴν ὁμώνυμόν σου πίστιν
εἰς κατοικίαν κεκλήρωσαι,
Παρασκευὴ ἀθληφόρε·
ὅθεν προχέεις ἰάματα,
καὶ πρεσβεύεις ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

Ο  συγγραφέας του αριστουργηματικού αυτού κειμένου  είναι άγνωστος, όμως μπορούμε να συμπεράνουμε  ότι  ήταν λόγιος και βαθύς γνώστης της αγίας Γραφής και της Θεολογίας. Από την  εμπειρία της ποιμαντικής μας διακονίας έχουμε διαπιστώσει  ότι πολλοί πιστοί  έχουν αναφέρει τη μεγάλη δυσκολία που αντιμετωπίζουν τόσο στην κατανόηση του βαθύτερου νοήματος του απολυτικίου όσο και το να το αποδώσουν στη νεοελληνική γλώσσα. Αυτό δεν είναι δική μας μόνο επισήμανση  αλλά και πολλών άλλων κληρικών και θεολόγων και οι οποίοι, για αυτό το λόγο,  έχουν επιχειρήσει,  επιτυχώς μάλιστα, να το αποδώσουν στην νεοελληνική γλώσσα.

Η δική μας ερμηνευτική και θεολογική προσέγγιση αυτού του αριστουργηματικού  ύμνου δεν έχει σκοπό να διορθώσει τις προηγούμενες προσπάθειες, οι οποίες αναμφίβολα είναι επιτυχημένες και εξαιρετικές, αλλά να αποσαφηνίσει και  να διασαφηνίσει, να προσθέσει, να εμπλουτίσει, να επισημάνει περαιτέρω ορισμένες πτυχές και λεπτομέρειες  του ύμνου προς  οικοδομήν των πιστών, προς τιμήν  της Οσιομάρτυρος αγίας Παρασκευής και   προς  δόξαν του Τριαδικού Θεού.

Για την καλύτερη κατανόηση του κειμένου θα το διαιρέσουμε σε τρία μέρη: α) από την αρχή  μέχρι τη λέξη  «φερώνυμε», β) από  τη φράση «τὴν ὁμώνυμον» μέχρι τη λέξη  «ἀθληφόρε» και γ) από τη λέξη «ὅθεν» έως το τέλος. Αυτή η διαίρεση δεν είναι αυθαίρετη καθώς ο συγγραφέας εκφράζει στο κάθε ένα μέρος διαφορετικά  νοήματα. Στο πρώτο μέρος  αναφέρεται εγκωμιαστικά στη χριστιανική βιοτή της Αγίας, στο δεύτερο μέρος επιχειρεί να δείξει τις δωρεές που έλαβε από το Θεό η Αγία και στο τρίτο  παρουσιάζει  το σύνδεσμο της Αγίας με τη λατρευτική κοινότητα των πιστών.

Στο πρώτο μέρος: «Τὴν σπουδήν σου τῇ κλήσει κατάλληλον, ἐργασαμένη φερώνυμε» κύρια θέση κατέχει η κλητική προσφώνηση «φερώνυμε». Φερώνυμος σημαίνει αυτός που έχει λάβει το όνομά του από κάποιο πρόσωπο, πράγμα ή γεγονός  και ο συγγραφέας χρησιμοποιεί αυτή τη λέξη διότι επιχειρεί να εκφράσει το βαθύτερο νόημα του ονόματος «Παρασκευή» που έχει η Αγία. Τα  ονόματα που μας δίνονται κατά το Ιερό Βάπτισμα έχουν έναν βαθύτατο πνευματικό περιεχόμενο και καλούμαστε να εκφράσουμε μέσω της χριστιανικής  ζωής μας αυτό που πραγματικά σημαίνει το όνομά μας. Ο συγγραφέας με τη λέξη αυτή προσπαθεί να μας αιτιολογήσει γιατί η Αγία δεν είναι μόνο κατά το όνομα  «Παρασκευή» αλλά και στην πράξη, επειδή  πραγμάτωσε με την αγία ζωή της αυτό που σημαίνει  το όνομά της: παρασκεύασε-προετοίμασε με αφοσίωση τον εαυτό της καταλλήλως για το μαρτύριο και τη Βασιλεία των Ουρανών.

Η λέξη «Παρασκευή» ετυμολογείται από το ρήμα παρασκευάζω (ετοιμάζω αλλά και καθιστώ κάποιον ή τον εαυτό μου ικανό να αποκτήσει  μια ιδιότητα) και ακόμη σημαίνει προετοιμασία, παραγωγή, ετοιμασία, άσκηση. Η έκτη ημέρα της εβδομάδος, η Παρασκευή, έλαβε αυτήν την ονομασία  από τους Ιουδαίους διότι κατά τη διάρκεια αυτής της ημέρας προετοιμάζονταν για την αργία του Σαββάτου καθώς  παρασκεύαζαν ό,τι θα χρησιμοποιούσαν την επόμενη ημέρα, π.χ. το φαγητό, αφού απαγορεύονταν η εργασία το Σάββατο. Κατά τον ίδιο τρόπο, η Αγία Παρασκευή δια της εργασίας των εντολών και της ασκήσεως της αρετής παρασκεύασε, δηλαδή κατέστησε ικανό τον εαυτό της, προετοιμάζοντάς τον για το μαρτύριο και την είσοδο στην αιώνια ζωή.

Η  φράση «τὴν σπουδήν σου τῇ κλήσει κατάλληλον ἐργασαμένη» επιχειρεί να  αιτιολογήσει την παραπάνω άποψη και εκφράζει  όλο το περιεχόμενο της χριστιανικής ζωής της Αγίας. Η φράση  «τῇ κλήσει»  αναφέρεται στο κάλεσμα του Θεού για σωτηρία προς την Αγία αλλά και σε κάθε άνθρωπο.  Η έννοια της θεϊκής κλήσεως παίζει κεντρικό ρόλο στην ιερή ιστορία. Ο Θεός  καλεί  τον Αβραάμ (Γεν.12,1-3), τον Μωυσή στην έρημο του Σινά (Εξ.3,2εξ), τους αγίους προφήτες. Οι άγιοι Απόστολοι (Ματθ.4,18-25) και ο απ.Παύλος (Πραξ.9,1-19) εκλήθησαν από τον Ιησού να τον ακολουθήσουν και να κηρύξουν το Ευαγγέλιο. Ο Θεός καλεί όλους τους ανθρώπους «κλήσει ἁγίᾳ, οὐ κατὰ τὰ ἔργα ἡμῶν ἀλλὰ κατὰ ἰδίαν πρόθεσιν καὶ χάριν» (Β΄Τιμ.1,9), δια της Χάριτος Αυτού (Γαλ.1,15). Εξαρτάται από την ελευθερία του ανθρώπου εάν θα ανταποκριθεί σε αυτή την κλήση διότι,  όπως λέγει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, αν και ο  Θεός απευθύνεται σε όλους τους ανθρώπους επειδή δεν είναι προσωπολήπτης, όμως  μόνο  για όσους θέλουν γίνεται  η ζωή και η σωτηρία τους. Γι΄ αυτό και οι πιστοί, «κλήσεως ἐπουρανίου μέτοχοι» (Εβρ.3,1) ονομάζονται «κλητοί και ἐκλεκτοί» (Ρωμ.1,6. Αποκ.17,14). Περιεχόμενο αυτής της κλήσεως είναι η μετοχή στην αιώνια ζωή (Α΄Τιμ.6,12) όμως  ο πιστός πρέπει να επιδείξει φιλοπονία διότι  ο Χριστός «ἔπαθεν ὑπὲρ ἡμῶν» και εμείς πρέπει να ακολουθήσουμε «τοῖς ἴχνεσιν αὐτοῦ»(Α΄Πετρ.2,21).

Με τη φράση «τὴν σπουδήν σου ἐργασαμένη»  εκφράζεται αυτή η ανταπόκριση της Αγίας στη κάλεσμα του Θεού για σωτηρία. Κατά την  ημέρα της Μεγάλης Παρασκευής ο Ιησούς «εἰργάσατο σωτηρίαν ἐν μέσῳ τῆς γῆς» (Ψαλμ.73,12), δια του ζωοποιού Του θανάτου  και η αγία Παρασκευή «εἰργάσατο σπουδήν» δηλαδή δραστηριοποιήθηκε με αφοσίωση, ζήλο και προθυμία  για να ανταποκριθεί  στη θεϊκή κλήση  για σωτηρία, (πρβλ. τη φράση του απ. Παύλου: «ἰδοὺ γὰρ αὐτὸ τοῦτο τὸ κατὰ Θεὸν λυπηθῆναι πόσην κατειργάσατο ὑμῖν σπουδήν» Β΄Κορ.7,11),  υπακούοντας στην εντολή του απ. Παύλου «μετὰ φόβου καὶ τρόμου τὴν ἑαυτῶν σωτηρίαν κατεργάζεσθε»(Φιλ.2,12).

Η μετοχή «ἐργασαμένη» δηλώνει την εργασία των ευαγγελικών εντολών, την άσκηση της αρετής, ως  άθληση και αγώνισμα της ελευθερίας. Ο χριστιανός, ως εργάτης της αρετής,  οφείλει να εργάζεται το αγαθόν και να αποστρέφεται το κακό: «ἀξίως περιπατῆσαι τῆς κλήσεως ἧς ἐκλήθητε,  μετὰ πάσης ταπεινοφροσύνης καὶ πραΰτητος, μετὰ μακροθυμίας, ἀνεχόμενοι ἀλλήλων ἐν ἀγάπῃ» Εφ.(4,1-2). Όπως και  οι Άγιοι οι οποίοι «εἰργάσαντο δικαιοσύνην» και για αυτό άλλωστε «ἐπέτυχον ἐπαγγελιῶν» (Εβρ.11,33) έτσι  και ο πιστός  πρέπει να είναι ο «ἐργαζόμενος  τὸ ἀγαθόν» (Ρωμ.2,10) επειδή ο Θεός θα «ἀποδώσει ἑκάστῳ κατὰ τὰ ἔργα αὐτοῦ»(Ρωμ,2,6).

Η λέξη «σπουδή» παράγεται από το ρήμα σπουδάζω  που σημαίνει σπεύδω, επείγομαι,  ασχολούμαι επιμελώς και προθύμως για να επιτύχω κάτι, αφοσιώνομαι σε κάτι με  ιδιαίτερο  ενδιαφέρον, ζήλο και  επιμέλεια. Ο πιστός πρέπει να εργάζεται με επιμέλεια για τη σωτηρία του: «σπουδάσατε ἄσπιλοι καὶ  ἀμώμητοι αὐτῷ εὑρεθῆναι ἐν εἰρήνῃ»(Β΄Πέτρ.3,14) προτρέπει ο απ. Πέτρος  και ο απ. Παύλος παραγγέλλει στον Τιμόθεο: «σπούδασον σεαυτὸν δόκιμον παραστῆσαι τῷ Θεῷ, ἐργάτην ἀνεπαίσχυντον» (Β΄Τιμ.2,15).

Στοιχούμενη η αγία Παρασκευή με τους ευαγγελικούς λόγους επέδειξε ιδιαίτερη φροντίδα, προθυμία και ζήλο στο να  σπουδάσει τα ιερά κείμενα ώστε να αναδειχθεί ιεραπόστολος του Χριστού,  εγκολπώθηκε την ακτημοσύνη καθώς δώρισε  τα υπάρχοντά της στους φτωχούς,  μαθήτευσε στην ασκητική ζωή «δι’ ἁγνείας τὴν ψυχὴν ὡραΐσασα», εργάστηκε   αόκνως για το Ευαγγέλιο και την κατά Θεόν ζωή, ομολόγησε την πίστη της στο Χριστό και έσπευσε  προς το μαρτύριο.

Η σπουδή και η φροντίδα της Αγίας περικλείει όλη την   εργασία των εντολών και της αρετής, τους κόπους της ασκήσεως και της αθλήσεως,  της ανιδιοτελούς αγάπης σε τέτοιο σημείο ώστε να  θεραπεύσει τον διώκτη της Αντωνίνο. Και όλα αυτά γινόταν με ιδιαίτερη επιμονή υπακούοντας στο λόγο του απ. Παύλου «τῇ σπουδῇ μὴὀκνηροί, τῷ πνεύματι ζέοντες, τῷ Κυρίῳ δουλεύοντες» (Ρωμ.12,11) και για αυτό άλλωστε συνέχισε την  μαρτυρία Χριστού ακόμη και μετά τα πρώτα   βασανιστήρια που υπέμεινε. Δεν πτοήθηκε, δεν δείλιασε αλλά συνέχισε και «τὸμαρτύριον καλῶς ὑποδεξαμένη».

Ο συγγραφέας λοιπόν χρησιμοποιώντας τη λέξη «σπουδή» θέλει να στρέψει τον νου των πιστών στην ανταπόκριση της  Αγίας  στην κλήση του Θεού για σωτηρία,  στην φιλοπονία της, στην προθυμία και  επιμονή της  να ασκηθεί στη χριστιανική ζωή και να μαρτυρήσει. Η πνευματική ζωή, αν και δεν γεννιέται από τον άνθρωπο, χρειάζεται τη συγκατάθεση του ανθρώπου για να καρποφορήσει. Αυτό προϋποθέτει αδιάπτωτο αγώνα κατά των  παθών και ταυτόχρονη εργασία για τη φύλαξη των ευαγγελικών αρετών, όπως τονίζει ο μακαριστός π.Μιχαήλ Καρδαμάκης. Η φράση λοιπόν «τὴν σπουδήν σου τῇ κλήσει κατάλληλον ἐργασαμένη» έχει το ίδιο περιεχόμενο με την προτροπή του απ. Πέτρου προς τους πιστούς: «διὸ μᾶλλον, ἀδελφοί, σπουδάσατε βεβαίαν ὑμῶν τὴν κλῆσιν καὶ ἐκλογὴν ποιεῖσθαι· ταῦτα γὰρ ποιοῦντες οὐ μὴ πταίσητέ ποτε.  οὕτω γὰρ πλουσίως ἐπιχορηγηθήσεται ὑμῖν ἡ εἴσοδος εἰς τὴν αἰώνιον βασιλείαν τοῦ Κυρίου ἡμῶν καὶ σωτῆρος ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ»(Β΄Πέτρ.1,10-11), και δηλώνει τη συγκατάθεση της Αγίας  στη θεϊκή κλήση δια της ασκήσεως  και της τήρησης των εντολών. Και όλα αυτά τα έπραξε  με τον κατάλληλο  και ενδεδειγμένο τρόπο, με ταπείνωση και αγάπη,  διότι η άσκηση των αρετών όταν δεν πραγματοποιείται σύμφωνα με τις ευαγγελικές επιταγές δεν είναι ευάρεστη στο Θεό: «ἐὰν δὲ καὶ ἀθλῇ τις, οὐ στεφανοῦται ἐὰν μὴ νομίμως ἀθλήσῃ» (Β’ Τιμ. 2,5). Άλλωστε και ο Φαρισαίος της παραβολής (Λουκ.18,1-14) κοπίαζε να τηρήσει τις εντολές του Θεού  όμως το κίνητρό του ήταν η ανθρωπαρέσκεια και γι’  αυτό δεν δικαιώθηκε.

Μπορούμε να αποδώσουμε στη νεοελληνική γλώσσα το πρώτο μέρος του ύμνου ως εξής: Επαξίως Παρασκευή φέρεις αυτό το όνομα (φερώνυμε) διότι πράγματι παρασκεύασες-προετοίμασες τον εαυτό σου για το μαρτύριο και   τη Βασιλεία των Ουρανών, εργαζομένη  με προθυμία και αφοσίωση (τήν σπουδήν σου…. ἐργασαμένη) δια της ασκήσεως και της εργασίας των ευαγγελικών  εντολών  για να ανταποκριθείς  στο κάλεσμα του Θεού για σωτηρία   (τῇ κλήσει)  με το πλέον ενδεδειγμένο τρόπο (κατάλληλον).

Στο β΄μέρος: «τὴν ὁμώνυμόν σου πίστιν εἰς κατοικίαν κεκλήρωσαι, Παρασκευὴ ἀθληφόρε», κυρίαρχη θέση κατέχει η λέξη «κεκλήρωσαι» που αποτελεί και την άμεση συνέπεια στη φράση «τὴν σπουδήν σου τῇ κλήσει κατάλληλον ἐργασαμένη» και  δηλώνει αυτό που έλαβε η Αγία ως δωρεά – κληρονομία από το Θεό εξαιτίας αυτής της σπουδής και προθυμίας που επέδειξε. Το ρήμα «κληροῦμαι» με αντικείμενο σε αιτιατική σημαίνει λαμβάνω κάτι δια κλήρου και ο υμνογράφος λέγει ότι η Αγία έλαβε δια κλήρου, ως νόμιμη κληρονόμος, την ομώνυμον με αυτήν  πίστη ως κατοικία. Τι σημαίνει όμως η φράση «τὴν ὁμώνυμόν σου πίστιν»;

Ομώνυμος ονομάζεται  αυτός που έχει το ίδιο όνομα με κάποιον ή με κάτι. Ομώνυμες είναι είτε  οι ομόηχες λέξεις είτε αυτές που έχουν την ίδια  σημασία. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η λέξη «ὁμώνυμον» έχει την τελευταία σημασία του όρου και σημαίνει ότι οι λέξεις «πίστις» και «παρασκευή» έχουν την ίδια σημασία. Γιατί όμως ο υμνογράφος επιχειρεί αυτή τη νοηματική εξίσωση και ταύτιση των δύο λέξεων; Ο λόγος είναι βαθύτατα θεολογικός. Επισημάναμε παραπάνω ότι  το όνομα της Αγίας σημαίνει  προετοιμασία για το μαρτύριο και τη Βασιλεία των Ουρανών δια της εργασίας των εντολών του Θεού, της ασκήσεως και της φιλοπονίας. Κατά συνέπεια, η  χριστιανική πίστη δεν είναι δυνατόν να είναι μία θεωρητική  θρησκευτική ιδεολογία αλλά όπως χαρακτηριστικά τόνιζε ο μακαριστός Γέρων Ιωσήφ Βατοπαιδινός, εάν φυλάξουμε τις εντολές, αυτό είναι ομολογία. Εφόσον η αμαρτία είναι άρνηση του Θεού, τότε  η φιλοπονία και η άρση του Σταυρού είναι έμπρακτη απόδειξη της χριστιανικής ιδιότητος.

Μέσα στην αγία Γραφή η έννοια της πίστης παίζει ουσιαστικό ρόλο. Η πίστη των ιερών προσώπων συνοδευόταν από έργα:  οι Απόστολοι αφού επίστευσαν   στον Χριστό ταυτόχρονα «εὐθέως ἀφέντες τὰ δίκτυα αὐτῶν ἠκολούθησαν αὐτῷ» (Μαρκ.1,18) και ο Αβραάμ πίστεψε και «ὑπήκουσεν ἐξελθεῖν εἰς τόπον ὃν ἤμελλεν λαμβάνειν εἰς κληρονομίαν, καὶ ἐξῆλθεν μὴ ἐπιστάμενος ποῦ ἔρχεται» (Εβρ.11,8), εγκατέλειψε την πατρίδα του σύμφωνα με την υπόδειξη του Θεού και «βλέπεις ὅτι ἡ πίστις συνήργει τοῖς ἔργοις αὐτοῦ, καὶ ἐκ τῶν ἔργων ἡ πίστις ἐτελειώθη»(Ιακ.2,22). Μας διδάσκει, λοιπόν,  ο   μακαριστός Γέρων Ιωσήφ Βατοπαιδινός: «Ο Κύριός μας, μας πείθει ότι δεν αρκεί και δεν μας ωφελεί να γνωρίζουμε αφηρημένα μόνο ότι υπάρχει ο Θεός. “Οὐ πᾶς ὁ λέγων μοι Κύριε Κύριε, εἰσελεύσεται εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν” (Ματθ. 7, 21). Θα πάρει μέρος στις επαγγελίες του Θεού μόνο “ὁ ἔχων τὰς ἐντολάς μου καὶ τηρῶν αὐτάς” (Ιω. 14,21). Ο “ἔχων”, δηλαδή όποιος φρόντισε να μάθει τα νοήματα και το σκοπό των εντολών μου και μετά να γίνει “τηρῶν”, δηλαδή να τις εφαρμόσει. Και τονίζει τη σημασία της τήρησης των εντολών· “ἐκεῖνός ἐστιν ὁ ἀγαπῶν με” (Ιω. 14,21). Και επαναβεβαιώνει: “ὁ μὴ ἀγαπῶν με τοὺς λόγους μου οὐτηρεῖ” (Ιω. 14,24)».

Ο μακαριστός π.Ιωάννης Ρωμανίδης επισημαίνει ότι σύμφωνα με την Ορθόδοξη Θεολογία δεν μπορεί ο άνθρωπος απότομα, όπως πιστεύουν οι προτεσταντικές αιρέσεις,  να γίνει τέλειος σεσωσμένος χριστιανός μέσω κάποιας συναισθηματικής αποφάσεως περί πίστεως και συμμορφώσεως προς κάποια γενική ιδέα περί αγάπης. Χρειάζεται άσκηση, δοκιμασία και αγώνας εναντίον των μεθοδειών του διαβόλου. Αυτό λοιπόν έπραξε και η Αγία Παρασκευή. Δεν ήταν μόνο στα λόγια πιστή αλλά την εξέφραζε μέσω της άσκησης της αρετής,  «πίστις δι᾽ ἀγάπης ἐνεργουμένη», (Γαλ.5,6) υπακούοντας στην προτροπή του απ. Πέτρου: «ἐπιχορηγήσατε ἐν τῇ πίστει ὑμῶν τὴν ἀρετήν» (Β΄Πέτρ.1,5). Εξίσου μας διδάσκει ο Ιερός  Χρυσόστομος: «Ἄρα οὐ τοῦτο πίστεως, τὸ ὁμολογίᾳ μόνον πιστεύειν ἀλλὰ καὶ τὸ ἔργα ἐπιδείκνυσθαι ἄξια», δηλαδή δεν είναι ένδειξη πίστεως απλά η ομολογία για το Χριστό αλλά και το να πράττεις έργα  αντίστοιχα τηρώντας τις εντολές Του.

Η  φράση λοιπόν «την ὁμώνυμόν σου πίστιν» καταδεικνύει  ότι  πίστη σημαίνει αγώνας και άσκηση για την αρετή, αποτελεί έμπρακτη ομολογία  διότι «ἡ πίστις χωρὶς τῶν ἔργων νεκρά ἐστι»(Ιακ.2,26). Σημαίνει  παρασκευάζω-προετοιμάζω τον εαυτό μου, δια της τηρήσεως των εντολών, να λάβει τη Χάρη του Θεού και να εισέλθει στη Βασιλεία του Θεού. Η χριστιανική πίστη δεν έχει μια στατική έννοια, δηλαδή αποδέχομαι απλώς μια ιδεολογία, διότι «τί τὸ ὄφελος, ἀδελφοί μου, ἐὰν πίστιν λέγῃ τις ἔχειν, ἔργα δὲ μὴ ἔχῃ;» (Ιακ.2,14) αλλά  έχει δυναμική έννοια, το να ομολογήσω την πίστη μου στον Χριστό με τις πράξεις μου  σύμφωνα με την υπόδειξη του απ. Παύλου προς τον Τιμόθεο: «ἀγωνίζου τὸν καλὸν ἀγῶνα τῆς πίστεως· ἐπιλαβοῦ τῆς αἰωνίου ζωῆς, εἰς ἣν καὶ ἐκλήθης καὶ ὡμολόγησας τὴν καλὴν ὁμολογίαν ἐνώπιον πολλῶν» (Α΄Τιμ.6,12).Ουσιαστικά η φράση «τήν ὁμώνυμόν σου πίστιν» εμπερικλείει όλο το περιεχόμενο της «εν Χριστώ ζωής».

Ο υμνογράφος  μάς λέγει ότι έλαβε από το Θεό η Αγία δια κλήρου,  «κεκλήρωσαι», να έχει ως κατοικία την ομώνυμον με αυτήν  πίστη.  Η λέξη κλήρος έχει  τόσο την έννοια του λαχνού (πρβλ. Πραξ.1,26) όσο και την έννοια της νόμιμης μερίδας που λαμβάνει ένας κληρονόμος, η κληρονομία. Ο απ. Παύλος αναπέμπει ευχαριστία «τῷ Θεῷ καὶΠατρὶ τῷ ἱκανώσαντι ἡμᾶς εἰς τὴν μερίδα τοῦ κλήρου τῶν ἁγίων ἐν τῷ φωτί» (Κολ.1,12) και ο Ιερός Χρυσόστομος ερμηνεύοντας  το συγκεκριμένο χωρίο λέγει ότι ο απ. Παύλος θέλει να μας διδάξει ότι ο αγιασμός και η θέωση δεν είναι το αποτέλεσμα της ανθρώπινης αρετής αλλά αποτελεί δωρεά του Θεού. Αναφέρει  χαρακτηριστικά: «Ἱκανώσαντι εἰς τὴν μερίδα τοῦ κλήρου τῶν ἁγίων ἐν τῷ φωτί· τουτέστι τῷ κατατάξαντι ἡμᾶς μετὰ τῶν ἁγίων…∆ιὰτί δὲ κλῆρον καλεῖ; ∆εικνὺς ὅτι οὐδεὶς ἀπὸ κατορθωμάτων οἰκείων βασιλείας τυγχάνει· ἀλλ’ ὥσπερ ὁ κλῆρος ἐπιτυχίας μᾶλλόν ἐστιν, οὕτω δὴ καὶ ἐνταῦθα. Οὐδεὶς γὰρ τοιαύτην ἐπιδείκνυται πολιτείαν ὥστε βασιλείας ἀξιωθῆναι, ἀλλὰ τῆς αὐτοῦ δωρεᾶς ἐστι τὸ πᾶν. ∆ιὰ τοῦτό φησιν, Ὅταν πάντα ποιήσητε, λέγετε, ὅτι Ἀχρεῖοι δοῦλοί ἐσμεν· ἃγὰρ ὠφείλομεν ποιῆσαι, πεποιήκαμεν»

Ο συγγραφέας λοιπόν θέλει να καταδείξει τόσο τη δωρεά της Χάρης του Θεού στην Αγία εξαιτίας της αγίας ζωής της, όσο και ότι αυτή η δωρεά δίνεται  διότι επέτυχε την υιοθεσία, έγινε τέκνο του Θεού και κατά συνέπεια κληρονόμος Του σύμφωνα με το λόγο του απ. Παύλου: «εἰ δὲ τέκνα, καὶ κληρονόμοι, κληρονόμοι μὲν Θεοῦ, συγκληρονόμοι δὲ Χριστοῦ, εἴπερ συμπάσχομεν ἵνα καὶ συνδοξασθῶμεν» (Ρωμ. 8,17). Ο Θεός Λόγος έγινε άνθρωπος «ἵνα τὴν υἱοθεσίαν ἀπολάβωμεν» (Γαλ. 4.5). Προϋπόθεση όμως είναι το «συμπάσχομεν», που λέγει ο απ. Παύλος, δηλαδή η άσκηση και η φιλοπονία, η σπουδή που επέδειξε η Αγία,    και όσοι το τήρησαν αυτό «ἔδωκεν αὐτοῖς ἐξουσίαν τέκνα Θεοῦ γενέσθαι, τοῖς πιστεύουσιν εἰς τὸ ὄνομα αὐτοῦ» (Ιω.1,12). Η  Αγία  τήρησε πιστά αυτήν την προϋπόθεση, το «συμπάσχομεν» δια της ασκήσεως  των αρετών και του μαρτυρίου και με αυτόν τον τρόπο κατέστησε τον εαυτό της δεκτικό στο χάρισμα της υιοθεσίας και ως εκ τούτου  γνήσια κληρονόμος της Βασιλείας Του.

Το περιεχόμενο αυτού του κλήρου, της κληρονομίας  που έλαβε η Αγία ήταν  να της δοθεί ως  κατοικία η ομώνυμος με αυτήν πίστη. Η φράση αυτή έχει ερμηνευτικές  δυσχέρειες και για να την κατανοήσουμε  πρέπει να λάβουμε υπόψιν το  χωρίο (Β΄Κορ.5,1-5 ) όπου ο  απ. Παύλος παρομοιάζει τη βιολογική  και θνητή υπόσταση του ανθρώπου, με «σκήνος»  δηλαδή σκηνή,  το  οποίο  είναι υποταγμένο στην αμαρτία και τα πάθη. Εμείς οι πιστοί κατοικώντας σε αυτή την «ἐπίγειο οἰκία τοῦ σκήνους», «στενάζομεν» βιώνοντας τις συνέπειες της φθοράς και της υποταγής στα πάθη. Ταυτόχρονα  προσμένουμε ότι αυτή  θα αντικατασταθεί με  «οἰκίαν ἀχειροποίητον», με ένα «οἰκητήριον ἐξ οὐρανοῦ». Αυτήν την ουράνια κατοικία ποθούμε να ενδυθούμε. 

 

Αναφέρει χαρακτηριστικά: 

«Οἴδαμεν γὰρ ὅτι ἐὰν ἡἐπίγειος ἡμῶν οἰκία τοῦ σκήνους καταλυθῇ, οἰκοδομὴν ἐκ Θεοῦ ἔχομεν, οἰκίαν ἀχειροποίητον αἰώνιον ἐν τοῖς οὐρανοῖς.  καὶ γὰρ ἐν τούτῳ στενάζομεν, τὸ οἰκητήριον ἡμῶν τὸ ἐξ οὐρανοῦ ἐπενδύσασθαι ἐπιποθοῦντες, εἴ γε καὶἐνδυσάμενοι οὐ γυμνοὶ εὑρεθησόμεθα. καὶ γὰρ οἱ ὄντες ἐν τῷ σκήνει στενάζομεν, βαρούμενοι ἐφ’ ᾧ οὐ θέλομεν ἐκδύσασθαι, ἀλλ᾿ ἐπενδύσασθαι, ἵνα καταποθῇ τὸ θνητὸν ὑπὸ τῆς ζωῆς. ὁ δὲ κατεργασάμενος ἡμᾶς εἰς αὐτὸ τοῦτο Θεός, ὁ καὶ δοὺς ἡμῖν τὸν ἀρραβῶνα τοῦ Πνεύματος». Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος ερμηνεύοντας το συγκεκριμένο χωρίο λέγει ότι αυτή η αχειροποίητος κατοικία στην οποία καλούμαστε να κατοικήσουμε δεν είναι κάποιο άυλο  σώμα αλλά  ο αγιασμός και  η αφθαρσία που  λαμβάνει ο πιστός δια της Θείας Χάριτος: «Ποῖον οἰκητήριον; εἰπέ μοι. Τὸ σῶμα τὸ ἄφθαρτον. Καὶ διὰ τί στενάζομεν νῦν; Ἐπειδὴ πολλῷ βέλτιον ἐκεῖνο. Ἐξ οὐρανοῦ δὲαὐτό φησι διὰ τὸ ἄφθαρτον. Οὐ γὰρ δὴ ἄνωθεν ἡμῖν κάτεισι σῶμα, ἀλλὰ τὴν ἐκεῖθεν πεμπομένην χάριν δηλοῖ τῷὀνόματι τούτῳ….Εἴ γε καὶ ἐνδυσάμενοι· τουτέστιν, ἀφθαρσίαν καὶ σῶμα ἄφθαρτον λαβόντες· οὐ γυμνοὶεὑρεθησόμεθα, δόξης καὶ ἀσφαλείας….Οὐ γὰρ διὰ τοῦτο στενάζομεν, φησὶν, ἵνα τοῦ σώματος ἀπαλλαγῶμεν (τοῦτο γὰρ οὐδὲ ἐκδύσασθαι βουλόμεθα), ἀλλὰ τῆς φθορᾶς τῆς ἐν αὐτῷ σπεύδομεν ἐλευθερωθῆναι. ∆ιό φησιν, Οὐ θέλομεν ἐκδύσασθαι τὸ σῶμα, ἀλλ’ ἐπενδύσασθαι αὐτῷ τὴν ἀφθαρσίαν. Εἶτα καὶ ἑρμηνεύει αὐτό· Ἵνα καταποθῇ τὸ φθαρτὸν ὑπὸ τῆς ζωῆς».

 

 Ο άνθρωπος  ευρισκόμενος υπό τη δουλεία των παθών κατοικεί σε αυτήν την «ἐπίγειο οἰκία τοῦ σκήνους» δηλαδή στη φθορά και την αμαρτία. Καλείται να ανταποκριθεί στην κλήση του Θεού και να μετανοήσει με διάθεση αυταπάρνησης, να αρνηθεί το διάβολο και τα έργα του και να βαδίσει τη οδό της ασκήσεως,  ώστε να γίνει δεκτικός της Θείας Χάρης. Μας διδάσκει ο μακαριστός Γέρων Ιωσήφ Βατοπαιδινός ότι εφόσον τηρούμε τις εντολές  ομολογούμε την πίστη μας στο Θεό, στρέφουμε την ελευθερία μας στο Θεό και τότε κινείται η Θεία Χάρη η οποία καταστρέφει τον παλαιόν άνθρωπο και χτίζει μέσα μας τον καινόν, τον απαθή. Η Θεία Χάρη δίνει τέτοια δύναμη ώστε οι άγιοι Μάρτυρες να μπορούν να υπομείνουν όλα αυτά τα απάνθρωπα βασανιστήρια από τους διώκτες τους.

Αυτή η νέα πραγματικότητα, ο καινός άνθρωπος, η  εν Χριστώ ζωή  είναι η  οικία η αχειροποίητος που προσδοκεί  να ενδυθεί ο πιστός και την οποία έλαβε η Αγία  Παρασκευή ως δωρεά από το Θεό. Ο υμνογράφος θέλει  να δείξει ότι η Αγία, κρατώντας σταθερή την πίστη της, διότι στην παρούσα ζωή «διὰ πίστεως  περιπατοῦμεν, οὐ διὰ εἴδους» ( τούτο σημαίνει ότι  κατά την παρούσα ζωή πορευόμεθα με την πίστη χωρίς να βλέπουμε κατά πρόσωπον τον Κύριο)  (Β΄Κορ. 5,7),  υπέμεινε  τους κόπους της ασκήσεως και  δια της τηρήσεως των εντολών, της υπακοής  και  της αυταπάρνησης  έγινε   δεκτική  της Θείας Χάρης, έλαβε «τὴν ἄνωθεν πεμπομένην χάριν», η οποία κατεργάζεται εντός ημών τη σωτηρία.   

Ενώ ο  άνθρωπος της πτώσεως, ο  μεθυσμένος από τη θανατηφόρα ηδονή της εωσφορικής αυτοθεώσεως,  όπως λέγει ο άγιος  Σωφρόνιος του Έσσεξ, κατοικεί σε ένα σώμα που είναι υποταγμένο στην ασθένεια των παθών και της αμαρτίας, αντίθετα η Αγία, εξαιτίας της υπακοής  της προς το Θεό, «εἰργάσατο σπουδήν» και έλαβε  από το Θεό ως κατοικία την ομώνυμη με αυτήν πίστη, το οποίο σημαίνει  το να ζη κατά Χριστόν, να μην περιπατεί  «κατὰ σάρκα»,  δηλαδή να μην είναι υποταγμένη στα πάθη,  «ἀλλὰ κατὰ πνεῦμα», όντας  εργάτης της αρετής και της αγιότητος (Ρωμ.8,4-5). Απεκδύθηκε τον παλαιό άνθρωπο, εγκατέλειψε την επίγειο οικία του σκήνους του μεταπτωτικού ανθρώπου, «τὸν φθειρόμενον κατὰ τὰς ἐπιθυμίας τῆς ἀπάτης» (Εφ, 4,22)  τουτέστιν επέτυχε την κάθαρση από τα πάθη  και ενδύθηκε τον καινό  άνθρωπο «τὸν κατὰ Θεὸν κτισθέντα ἐν δικαιοσύνῃ καὶ ὁσιότητι τῆς ἀληθείας» (Εφ, 4,24)  δηλαδή,   επέτυχε τη βίωση της εν Χριστώ ζωής, τον αγιασμό, τη θέωση, την αφθαρσία και  κατά συνέπεια «συνόμιλος τῶν Ἀγγέλων γέγονας». Δεν πρόκειται περί  αποβολής του υλικού σώματος ως οικία της ψυχής αλλά για αντικατάσταση της θνητότητας από την αθανασία και την αφθαρσία.  Αυτό δεν   αποτελεί οφειλή, αμοιβή ή αντίδοση, αλλά δωρεά της θείας αγάπης  προς τα τέκνα του. Εμείς το μόνο που προσφέρουμε είναι η στροφή της θελήσεώς  μας προς το Θεό δια της φιλοπονίας και  της αντίστασης στις προσβολές του διαβόλου,  κάτι το οποίο προκαλεί την επέμβαση της Θείας Χάρης η οποία κατεργάζεται τη σωτηρία μας. Λέγει ο Ιερός Χρυσόστομος: «Ὅταν τὴν πίστιν διὰ τῶν ἔργων δείξωμεν, τότε τὸ πᾶν προστίθησι» ο Θεός.

 Η Αγία ομολόγησε  εμπράκτως την πίστη της και η Θεία χάρις  την ικάνωσε  να   μείνει σταθερή στην ομολογία της,  στην πίστη της στο Χριστό,  με θάρρος να αντιμετωπίσει τους  διώκτες της και να  υπομείνει τα βασανιστήρια που της υπέβαλλαν. Οι σαρκικοί γονείς κληρονομούν στα παιδιά τους επίγειες  κατοικίες  ενώ η Αγία με όλη την υπακοή της, την άσκηση το μαρτύριο έλαβε ως κληρονομία από τον ουράνιο Πατέρα την νοητή κατοικία της έμπρακτης πίστης, δηλαδή τη βίωση της εν Χριστώ ζωής,  την ελευθερία από τα πάθη, τον αγιασμό  δια της Χάριτος του αγίου Πνεύματος  «ὅς ἐστιν ἀρραβὼν τῆς κληρονομίας ἡμῶν» (Εφ,1,14) και  πρόγευση της αιωνιότητος.

Στο τέλος του δευτέρου μέρους, ο συγγραφέας ατενίζοντας  το μεγαλείο του βίου της Αγίας ο οποίος κατέληξε στο μαρτύριο δεν μπορεί παρά να αναφωνήσει με έναν θριαμβευτικό τόνο: «Παρασκευὴ ἀθληφόρε». Αθληφόρος  είναι αυτός που αποκομίζει το βραβείο στους αθλητικούς αγώνες, ο νικητής. Πράγματι η Αγία  ανεδείχθη νικήτρια και έλαβε  το βραβείο της αθλήσεως , καθότι έφτασε στο σκοπό που πρέπει να έχει η ζωή του κάθε χριστιανού ο οποίος είναι  να λάβει «τὸν ἀμαράντινον τῆς δόξης στέφανον» (Α΄Πέτρ.5.4)  υπακούοντας στην εντολή του Ιησού «γίνου πιστὸς ἄχρι θανάτου, καὶ δώσω σοι τὸν στέφανον τῆς ζωῆς» (Αποκ.2,10). Ο απ. Παύλος λέγει ότι «πᾶς  ὁἀγωνιζόμενος πάντα ἐγκρατεύεται, ἐκεῖνοι μὲν οὖν ἵνα φθαρτὸν στέφανον λάβωσιν, ἡμεῖς δὲ ἄφθαρτον» (Α’ Κορ. 9,25), δηλαδή ενώ οι αθλητές κοπιάζουν για το στέφανο της επίγειας δόξης, ο αθλητής του Χριστού κοπιάζει για τον στέφανο της ουράνιας δόξης τον οποίον έλαβε η Αγία Παρασκευή.

Ποιό είναι όμως το περιεχόμενο αυτής της νίκης της Αγίας ώστε να ονομαστεί αθληφόρος; Η Αγία ανταποκρινόμενη στην ουράνια κλήση με σπουδή και εργαζομένη με  επιμονή τις εντολές του Θεού,  νίκησε τα πάθη, την αμαρτία και τον διάβολο, επέτυχε τον αγιασμό και τη χαρισματική υιοθεσία, νίκησε δια της πίστεως τους διώκτες της, έλαβε το μαρτυρικό στέφανο και κατέστη κληρονόμος της Βασιλείας του Θεού και της  αιωνίου ζωής  ως τέκνο του Θεού.

Το δεύτερο  μέρος μπορούμε να το αποδώσουμε ως εξής: Εφόσον παρασκεύασες τον εαυτό σου, δηλαδή τον κατέστησες  δεκτικό της Θείας Χάρης  και του αγιασμού, έλαβες, εξαιτίας της υιοθεσίας σου από το Θεό, τη δωρεά ως κληρονόμος Του (κεκλήρωσαι), η πίστη που είναι συνώνυμη με το όνομά σου (τὴν ὁμώνυμόν σου πίστιν), διότι πίστη σημαίνει  παρασκευάζω-προετοιμάζω τον εαυτό μου  μέσω της άσκησης και του πνευματικού αγώνα  για τη Βασιλεία των Ουρανών, δηλαδή  έμπρακτος πίστη και ομολογία,  αυτή η έμπρακτος πίστη να είναι η κατοικία σου και το ενδιαίτημά σου (εἰς κατοικίαν),  τουτέστιν  να είσαι εδραία και σταθερή στην ομολογία σου, να ζεις κατά Χριστόν, να βιώνεις   την απάθεια, τον αγιασμό, την αιώνιο ζωή∙ 

Και ανεδείχθης Παρασκευή αθληφόρος (Παρασκευὴ ἀθληφόρε), δηλαδή νικήτρια, διότι νίκησες τους διώκτες σου  και τις βασάνους του μαρτυρίου σου αποκομίζοντας ως βραβείο τον στέφανον της ζωής, τη Βασιλεία των Ουρανών, την αιώνιο ζωή.

Το τρίτο και τελευταίο μέρος  του ύμνου «ὅθεν προχέεις ἰάματα καὶ πρεσβεύεις ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν», αρχίζει με το επίρρημα  «ὅθεν»  το οποίο σημαίνει τόσο «εξ ου», «ως εκ τούτου» ως δηλωτικό αιτίας, δηλαδή εξαιτίας  του αγιασμού και της Θείας Χάρης που έχεις  λάβει, όσο και  «απ’ όπου»,  ως δηλωτικό  αφετηρίας και προέλευσης, τουτέστιν από την ουράνια κατοικία , τη Βασιλεία των Ουρανών,  «προχέεις ἰάματα» και «πρεσβεύεις ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν». 

Το ρήμα «χέω» σημαίνει αφήνω να ρεύσει κάτι όπως η κρήνη αφήνει να ρεύσει το νερό  και «προχέω» σημαίνει αφήνω να ρεύσει κάτι προς τα εμπρός, όπως από τις πηγές του ποταμού  ρέει το ύδωρ προς τις εκβολές του. Έχουμε τη γνώμη  ότι ο υμνογράφος  χρησιμοποιεί  το ρήμα «προχέεις»  διότι θέλει  να τονίσει  ότι η Αγία δίδει τη χάρη και   το έλεός της  πλουσιοπάροχα  και αδιακρίτως σε όλους τους ανθρώπους. Όπως  από το ποτάμι ρέει το νερό  αβίαστα υπερβαίνοντας όλα τα εμπόδια και μεταδίδει  παντού τη ζωογόνα  ευεργεσία του, κατά τον ίδιο τρόπο και η Αγία δίδει πλουσιοπάροχα τα χαρίσματά της ανεξαιρέτως σε όλους, όπως φαίνεται και από τον βίο της καθώς θεράπευσε  τον διώκτη της Αντωνίνο. Εξαρτάται από τον άνθρωπο αν θα αναγνωρίσει αυτήν την ευεργεσία ώστε να ανταποκριθεί   με τη μετάνοια.

Οι Άγιοι ως χαρισματούχοι πιστοί όχι μόνο μετέχουν, αλλά και μεταδίδουν την Θεία Χάρη, όχι μόνο ζούν μέσα σ’ αυτήν, αλλά και ζωοποιούν  άλλους μ’αυτήν. Μάλιστα ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς λέγει ότι η Θεία Χάρη, η εκθεωτική των Αγίων, δεν εγκαταλείπει τα σώματά τους μετά το βιολογικό τους θάνατο. Έτσι κατανοείται και η θαυματουργική δύναμη των Αγίων στην Εκκλησία. Η αγία Παρασκευή λοιπόν προχέει παντός είδους ιάματα στους ανθρώπους, θεραπεύοντας ασθένειες τόσο του σώματος  όσο και της ψυχής.Το ρήμα «πρεσβεύω» σημαίνει  διαπραγματεύομαι ως πρεσβευτής,  ως απεσταλμένος. Οι Άγιοι είναι εκείνα τα άξια μέλη της Εκκλησίας οι οποίοι  με τα έργα τους ευαρέστησαν τον Θεόν και έχοντας παρρησία ενώπιον του θρόνου του Θεού προσεύχονται και παρακαλούν τον Θεόν όχι μόνο να αποκτήσουμε την υγεία του σώματος αλλά και  της ψυχής διότι «τί γὰρ ὠφεληθήσεται ἄνθρωπος ἐὰν τὸν κόσμον ὅλον κερδήσῃ τὴν δὲ ψυχὴν αὐτοῦζημιωθῇ;»(Ματθ. 16.26 ). Οι Άγιοι είναι οι πρεσβευτές μας  και  η Αγία Γραφή βεβαιώνει πως ο Θεός εισακούει τις προσευχές τους (Αποκ. 14, 14-20. Β΄Μακ. 15, 12-16). Εμείς  οι πιστοί πρέπει να προσευχόμαστε στους Αγίους   όχι μόνο για να  δώσουν λύση στα προβλήματα της επίγειας ζωής μας αλλά κυρίως για να πρεσβεύουν  προς τον Κύριο «ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν», όπως αναφέρει το απολυτίκιο, δηλαδή να μας συμπαραστέκονται  στον πνευματικό μας αγώνα εναντίον των παθών και του διαβόλου  ώστε  να γίνουμε συγκληρονόμοι της Βασιλείας του Θεού.

Περατώνοντας την ερμηνευτική και θεολογική  προσέγγιση του  υπέροχου αυτού ύμνου  μπορούμε να το αποδώσουμε συνολικά ως εξής:

«Επαξίως Παρασκευή φέρεις αυτό το όνομα (φερώνυμε) διότι πράγματι παρασκεύασες-προετοίμασες τον εαυτό σου για το μαρτύριο και  τη Βασιλεία των Ουρανών, εργαζομένη  με προθυμία και αφοσίωση (τήν σπουδήν σου…. ἐργασαμένη) δια της ασκήσεως και της εργασίας των ευαγγελικών  εντολών,  για να ανταποκριθείς  στο κάλεσμα του Θεού για σωτηρία   (τῇ κλήσει)  με το πλέον ενδεδειγμένο τρόπο (κατάλληλον).

Εφόσον παρασκεύασες τον εαυτό σου, δηλαδή τον κατέστησες  δεκτικό της Θείας Χάρης  και του αγιασμού, έλαβες, εξαιτίας της υιοθεσίας σου από τον Θεόν, τη δωρεά ως κληρονόμος Του (κεκλήρωσαι), η πίστη που είναι συνώνυμη με το όνομά σου (τὴν ὁμώνυμόν σου πίστιν), διότι πίστη σημαίνει  παρασκευάζω-προετοιμάζω τον εαυτό μου  μέσω της άσκησης και του πνευματικού αγώνα  για τη Βασιλεία των Ουρανών, δηλαδή  έμπρακτος πίστη και ομολογία,  αυτή η έμπρακτος πίστη να είναι η κατοικία σου και το ενδιαίτημά σου (εἰς κατοικίαν),  τουτέστιν  να είσαι εδραία και σταθερή στην ομολογία σου, να ζεις κατά Χριστόν, να βιώνεις   την απάθεια, τον αγιασμό, την αιώνιο ζωή∙ 

Και ανεδείχθης Παρασκευή αθληφόρος (Παρασκευὴ ἀθληφόρε), δηλαδή νικήτρια, διότι νίκησες τους διώκτες σου  και τις βασάνους του μαρτυρίου σου αποκομίζοντας ως βραβείο τον στέφανον της ζωής, τη Βασιλεία των Ουρανών, την αιώνιο ζωή.

Ως εκ τούτου (ὅθεν), εξαιτίας της Θείας Χάρης και του αγιασμού που έχεις λάβει, από την ουράνια κατοικία σου, τη Βασιλεία των Ουρανών, παρέχεις πλουσιοπάροχα σε όλους τους ανθρώπους παντός είδους ιάσεις (προχέεις ἰάματα)  και προσεύχεσαι προς τον Θεόν για να λάβουμε και εμείς τον αγιασμό και να γίνουμε  κληρονόμοι της Βασιλείας  των Ουρανών (πρεσβεύεις ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν)».

Ας μιμηθούμε και εμείς αδελφοί μου την οσία  βιοτή της αγίας Παρασκευής. Ας επιδείξουμε και εμείς σπουδή, δηλαδή, προθυμία, ζήλο, αφοσίωση, εργαζόμενοι το αγαθόν, όπως η Αγία,  ώστε να ανταποκριθούμε στην κλήση του Θεού για σωτηρία. Ας παρασκευάσουμε και εμείς τον εαυτό μας δια της ασκήσεως της αρετής, δια της έμπρακτης πίστης μας, της πρακτικής ομολογίας, όπως έπραξε η αγία Παρασκευή, ώστε να τον καταστήσουμε δεκτικό της Θείας Χάρης. Με αυτόν τον τρόπο θα  πετύχουμε την υιοθεσία και τον αγιασμό, θα γίνουμε κληρονόμοι  της Βασιλείας του Θεού και θα αναδειχθούμε  και εμείς νικητές στον πνευματικό μας αγώνα αποκομίζοντας  τον άφθαρτον  στέφανον της ζωής δια πρεσβειών της Αγίας Οσιομάρτυρος και Αθληφόρου Παρασκευής.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...