Τετάρτη, 4 Αυγούστου 2021

Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

 


Αρχιμανδρίτης Θεόφιλος Λεμοντζής, Δρ.Θ.

 

Από εκείνους που διανυκτερεύουν στα πανδοχεία, μερικοί βρίσκουν κρεβάτια, άλλοι δεν έχουν κρεβάτι κοιμούνται στο πάτωμα και εντούτοις ροχαλίζουν όπως κι εκείνοι που κοιμούνται σε κρεβάτι. Κι όταν περάσει η νύχτα, πρωί- πρωί αφήνουν το κρεβάτι τους και το πανδοχείο και φεύγουν όλοι μαζί, έχοντας μόνο τα πράγματά τους. Κατά τον ίδιο τρόπο και όλοι όσοι γεννιούνται σ’ αυτόν τον κόσμο, και οι φτωχοί και οι πλούσιοι και επίσημοι, βγαίνουν από την ζωή σαν από πανδοχείο, χωρίς να παίρνουν μαζί τους τίποτε από τις απολαύσεις του βίου και από τα πλούτη τους, παρά μόνον τα έργα τους, καλά ή κακά, όσα έκαναν στη ζωή τους».

(Μέγας Αντώνιος)

   

    Ανώνυμος χριστιανός των πρώτων χριστιανικών χρόνων σε επιστολή του προς κάποιον Διόγνητο, με­ταξύ άλλων αναφέρει και τα εξής: «οι Χριστιανοί δεν διαφέρουν από τους άλλους ανθρώπους, ούτε ως προς τον τόπο που κατοικούν, ούτε ως προς τη γλώσσα, ούτε ως προς τον τρόπο ζωής. Γιατί δεν κατοικούν σε ξεχωριστές πόλεις, ούτε χρησιμοποιούν κάποια παραλλαγμένη διάλεκτο. Φέρουν σάρκα, αλλά δεν ζουν κατά τις επιθυμίες της σαρκός. Στη γη μένουν, αλλά είναι πολιτογραφημένοι στον ουρανό. Υπακούουν στους καθορισμένους νόμους και με τον δικό τους τρόπο υπερβαίνουν τους νόμους. Όλους τους αγαπούν, αλλά απ’ όλους διώκονται…με λίγα λόγια, ό,τι είναι η ψυχή για το σώμα, αυτό είναι και οι χριστιανοί για τον κόσμο». Το συγκεκριμένο κείμενο εκφράζει με τον καλύτερο τρόπο τη θέση των χριστιανών μέσα στον κόσμο. Οι χριστιανοί ζώντας μέσα στον κόσμο, νιώθουν ότι βρίσκονται στον οίκο του Πατρός τους διότι ο κόσμος έχει δημιουργηθεί από το Θεό. Ταυτόχρονα νιώθουν ότι είναι πάροικοι και παρεπίδημοι (Α’ Πετρ. 2,11), διότι από τη μία ο τελικός προορισμός τους είναι η Βασιλεία του Θεού, και από την άλλη ο κόσμος έχει λησμονήσει τον προ­ορισμό του.

Το ενδιαφέρον των χριστιανών δεν περιορίζεται μόνο στο χώρο των ιστορικών εξελίξεων, αλλά επεκτείνεται πέρα από αυτόν: «Ου γαρ έχομεν ώδε μένουσαν πόλιν, αλλά την μέλλουσαν επιζητούμεν» (Εβρ. 13,14). Η μέλλουσα αυτή πόλη που ταυτίζεται με την Βασιλεία του Θεού, δεν είναι μακριά από τους πιστούς, αλλά βρίσκεται μέσα στην καρδιά τους (Λουκ. 17,21). Μπροστά στη Βασιλεία του Θεού ο κόσμος και τα πράγματα του κόσμου σχετικοποιούνται. Μαζί με αυτά σχετικοποιείται και ο χρόνος (Α’ Κορ. 7,29-31). Οι πιστοί δεν θεωρούν αυτήν εδώ τη γη ως μόνιμο κατοικία. Γι’ αυτό οι δίκαιοι της Παλαιάς Διαθήκης δεν απέβλεπαν σ’ αυτή τη γη, αλλά πρόσμεναν ουράνια πατρίδα, (Εβρ.11,15-16 και Εβρ. 13,14) όπου οι πιστοί γίνονται συμπολίτες των αγίων και οικείοι του Θεού (Εφ. 2,19).

   Η Εκκλησία δεν είναι «εκ του κόσμου τούτου», ζει όμως εν τω κόσμω, για τη σωτηρία του κόσμου. Ο λόγος της, ο συνεκτικός και διαλεκτικός ορθόδοξος λόγος, βρίσκεται σε ρήξη με το φρόνημα του κόσμου, η αποστολή της όμως είναι ο άνθρωπος μέσα στον κόσμο. «Η Εκκλησία ενώ δεν προέρχεται από τον κόσμο, εργάζεται στον κόσμο· ενώ είναι πνευματική, δρα στην ιστορία· νοηματοδοτεί την ζωή των ανθρώπων και αντιμετωπίζει τα βιολογικά προβλήματά τους, αφού ο άνθρωπος είναι ψυχοσωματικό ον. Όμως η Εκκλησία εργάζεται στην κοινωνία, χωρίς να κάνη πολιτική. Ελέγχει και κρίνει την αμαρτία, αλλά αγαπά τον αμαρτωλό άνθρωπο. Επειδή η κρίση είναι πολυποίκιλη, οι πολιτικοί εξετάζουν τα πολιτικά αίτια που την προκάλεσαν, η Εκκλησία όμως βλέπει τα θεολογικά αίτια και προσπαθεί να θεραπεύσει τα συμπτώματα. Οι οικονομολόγοι ελέγχουν τους νόμους της αγοράς, ώστε να λειτουργούν με δικαι­οσύνη, αλλά η Εκκλησία περιγράφει τα θεολογικά πλαίσια μέσα στα οποία θα κινείται ο άνθρωπος, θέτει πνευματικούς στόχους, αλλά και απαλύνει τις πληγές των ανθρώπων, χρησιμοποιώντας κρασί και λάδι, υλικά που πράγματι καθαρίζουν και θερα­πεύουν τις πληγές, όπως δείχνει η παραβολή του καλού Σαμαρείτου. Είναι φυσικό ότι η Εκκλησία έχει τον δικό της θεολογικό-πνευματικό λόγο και την δική της θεραπευτική πράξη», επισημαίνει η Διαρκής Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος278.

   Η προοπτική της Εκκλησίας δεν είναι εξωκοσμική ή υπερκοσμική αλλά είναι εσχατολογική· και επειδή είναι προφητική και εσχατολογική, είναι και δυναμική και ιστορική. Οι χριστιανοί δεν είναι έξω από τα δει­νά του κόσμου και τις θλίψεις των ανθρώπων. Είναι μάρτυρες και θεατές του θεάτρου του δαιμονικού και του παραλόγου, με το κακό να λαμβάνει τρομακτικές διαστάσεις, όντας πρόκληση για την αποστολή τους. Η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο καθορίζει την κοινωνική αδικία. Η αλλαγή στις ανθρώπινες σχέσεις επιβάλλεται. Η Εκκλησία δεν έχει κομματικό λόγο διότι από τη φύση της ενώνει και δεν κομματιάζει, έχει όμως κοινωνικό λόγο και επικρίνει την κοινω­νική αδικία, την εκμετάλλευση του συνανθρώπου. Όταν τοποθετούμε την Εκκλησία στο περιθώριο της πορείας του κόσμου τότε αρνούμαστε την αποστολή της. Στην Εκκλησία δεν είμαστε απλοί θεατές του κοινωνικού κακού, αλλά υπεύθυνοι για την ιστορία του ανθρώπου, με όλο το βάρος μίας χαρισματικής παρουσίας. Όπως ο Υιός του Θεού προσέλαβε την ανθρώπινη φύση και την θεράπευσε, την θέωσε, έτσι και η Εκκλησία προσλαμβάνει τον κόσμο και τον θεραπεύει, τον οδηγεί στη σωτηρία, τον αποκαθιστά στην αρχική του ωραιότητα, τον λαμπρύνει και τον εξαγιάζει. Η αυθεντική ορθόδοξη στάση δεν εκφράζεται στην άρνηση του κόσμου, αλλά στην άρνηση της κυριαρχίας του σατανά πάνω σ’ αυτόν, δηλαδή στην πάλη του ανθρώπου με τις δαιμονικές δυνά­μεις. Η Εκκλησία καλείται να μεταμορφώσει τον κόσμο, να τον ανακαινίσει, να τον ζωοποιήσει. «Η Εκκλησία του Χριστού έχει λόγο για την σημερινή κρίσιμη κατάσταση, διότι δεν έπαψε να αποτελεί σάρκα του κόσμου, μέρος της Ιστορίας. Δεν μπορεί να ανέχεται κανενός είδους αδικία, αλλά οφείλει να δείχνει ετοιμότητα για μαρτυρία και μαρτύριο. Γνωρίζουμε ότι οι άνθρωποι δίπλα μας πεινούν, βρίσκονται σε ένδεια, ασφυκτιούν οικονομικά, ενώ η απελπισία πολλές φορές κυριεύει την καρδιά τους. Το γνωρίζουμε γιατί πρώτος σταθμός τους στην αναζήτηση ελπίδας είναι ο Ναός της περιοχής τους, η ενορία τους. Στόχος και αγώνας μας είναι η κάθε ενορία να γίνει το κέντρο απ’ όπου όλη η ποιμαντική δραστηριότητα της τοπικής Εκκλησίας θα αγκαλιάσει όλη την τοπική κοινωνία», επισημαίνει η Ιερά Σύνοδος της Ελλάδος279.

   Η εσχατολογική προοπτική της Εκκλησίας μπορεί να χαρακτηριστεί ως προοπτική εξόδου. Ο κόσμος θεωρείται πρόσκαιρος και παροδικός τόπος για τη διαμονή των πιστών. Ο Χριστιανισμός καλεί τον άν­θρωπο να ελευθερωθεί από την απάτη και τη μέρι­μνα για τα υλικά αγαθά και να δοθεί με απόλυτη εμπιστοσύνη στην Θεία Πρόνοια. «Άνθρωπος είναι εκείνος που εννόησε τι είναι το σώμα, ότι δηλαδή είναι φθαρτό και λιγόχρονο. Ένας τέτοιος άνθρωπος εννοεί και την ψυχή ότι έχει θεϊκή καταγωγή, ότι είναι αθάνατη και πνοή του Θεού και ότι για δοκι­μασία και θέωση συνδέθηκε με το σώμα. Εκείνος που εννόησε τι είναι η ψυχή, ζει με σωστό και θεά­ρεστο τρόπο και δεν υπακούει στο σώμα του, αλλά βλέποντας νοερά το Θεό σκέφτεται και τα αιώνια αγαθά που χαρίζει ο Θεός στη ψυχή», αναφέρει ο Μέγας Αντώνιος280. Όταν κανείς έχει την αίσθηση ότι ξενοδοχείται στον κόσμο αυτόν και ότι η πραγματι­κή του πατρίδα βρίσκεται στη Βασιλεία του Θεού, είναι επόμενο να φροντίζει πριν απ’ όλα γι’ αυτήν. Ο Μέγας Αντώνιος παρομοιάζει τον παρόντα κόσμο με ένα πανδοχείο όπου διανυκτερεύουν οι άνθρωποι. Κοινή μοίρα όλων αυτών που διανυκτερεύουν στο πανδοχείο, είτε έχουν κρεβάτι να κοιμηθούν είτε δεν έχουν, είτε έχουν υλικά αγαθά είτε δεν έχουν, είναι ότι την επόμενη μέρα το πρωί, όλοι ανεξαιρέτως θα φύγουν από αυτό το πανδοχείο. Αυτή είναι η κοινή μοίρα όλων των ανθρώπων. Αναφέρει χαρακτηριστικά: «Από εκείνους που διανυκτερεύουν στα πανδοχεία, μερικοί βρίσκουν κρεβάτια, άλλοι δεν έχουν κρε­βάτι, κοιμούνται στο πάτωμα και εντούτοις ροχα­λίζουν όπως κι εκείνοι που κοιμούνται σε κρεβάτι. Κι όταν περάσει η νύχτα, πρωί- πρωί αφήνουν το κρεβάτι τους και το πανδοχείο και φεύγουν όλοι μαζί, έχοντας μόνο τα πράγματά τους. Κατά τον ίδιο τρόπο και όλοι όσοι γεννιούνται σ’ αυτόν τον κόσμο, και οι φτωχοί και οι πλούσιοι και επίσημοι, βγαίνουν από την ζωή σαν από πανδοχείο, χωρίς να παίρνουν μαζί τους τίποτε από τις απολαύσεις του βίου και από τα πλούτη τους, παρά μόνον τα έργα τους, καλά ή κακά, όσα έκαναν στη ζωή τους»281.

Η περιουσία και ο πλούτος είναι πράγματα παροδικά που παραπλανούν τον άνθρωπο και εμποδίζουν την είσοδό του στη Βασιλεία του Θεού (Ματθ. 6,19-20). Η κατοχή του πλούτου αιχμαλωτίζει τον άνθρωπο και τον εμποδίζει να εισέλθει στη Βασιλεία του Θεού ενώ η συναίσθηση της Βασιλείας του Θεού οδηγεί στην απαλλαγή από το βάρος του υλικού πλούτου και την απόθεση κάθε φροντίδας και μέριμνας στο Θεό. Η αίσθηση της προσκαιρότητας του κόσμου και η αναγκαιότητα της καθολικής αναφοράς προς το Θεό αποτελούν ουσιώδη γνωρίσματα της χριστιανικής ζωής. Γι’ αυτό οι πνευματικοί μας Πατέρες λέγουν: «Δεν είναι δυνατόν να περάσουμε με ευλάβεια την σημερινή ημέρα, εάν δεν την λογαριάσουμε σαν την τελευταία της ζωής μας. Και είναι αξιοθαύμαστο, ότι κάτι παρόμοιο εξέφρασαν και οι Έλληνες φι­λόσοφοι, οι οποίοι εχαρακτήρισαν την φιλοσοφία “μελέτη θανάτου”»282. «Εκείνος που άκουσε την καταδικαστική απόφαση του θανάτου του, δεν θα ενδιαφερθή πλέον για προγραμματισμούς θεατρικών παραστάσεων. Και εκείνος που πενθεί πραγματικά, δεν θα σκεφθή ποτέ την τρυφή ή την δόξα ή τον θυμό και την έξαψι της οργής», σημειώνει χαρακτηριστικά ο άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης283. Ο καιρός, σημειώνει ο Απόστολος Παύλος, είναι «συνεσταλμένος», «ίνα και οι έχοντες γυναίκας ως μη έχοντες ώσι, και οι κλαίοντες ως μη κλαίοντες, και οι χαίροντες ως μη χαίροντες, και οι αγοράζοντες ως μη κατέχοντες, και οι χρώμενοι τω κόσμω τούτω ως μη καταχρώμενοι, παράγει γαρ το σχήμα του κόσμου τούτου» (Α’ Κορ. 7,29-31)284. Ο κόσμος είναι πεπερασμένος, υποκείμενος στη χρονική ρευστότητα. Ο κόσμος παρέρχεται και μαζί του όλα όσα επιθυμούν οι άνθρωποι μέσα σ’ αυτόν, ενώ όποιος επιτελεί το θέλημα του Θεού θα ζήσει αιώνια. «Και ο κόσμος παράγεται και η επιθυμία αυτού, ο δε ποιών το Θέλημα του Θεού μένει εις τον αιώνα» (Α’ Ιωάν. 2,17). Οι Χριστιανοί καλούνται να μην συσχηματίζονται με το κοσμικό φρόνημα, καλούνται να μην υιοθετούν τους τρόπους, την ηθική, και τις συμπεριφορές του κόσμου. Ο πιστός καλείται να ζει με νήψη και εγρήγορση. «Οι καπετά­νιοι κατευθύνουν με προσοχή το πλοίο για να μην προσκρούσει πάνω σε σκόπελο ή ύφαλο. Έτσι κι εκείνοι που επιθυμούν να ζήσουν την ενάρετη ζωή, ας εξετάζουν με επιμέλεια ποια πρέπει να κάνουν και ποια πρέπει να αποφεύγουν και να πιστεύουν ότι οι αληθινοί και θείοι νόμοι τους συμφέρουν, κόβοντας τις πονηρές ενθυμήσεις και επιθυμίες από την ψυχή τους», αναφέρει ο Μέγας Αντώνιος285.

 Ο άνθρωπος που στηρίζεται σε υλικά πλεονεκτή­ματα ξεχνά την κρίση του Θεού, την παρουσία του που εγγίζει διότι όπως λέγει και ο Μέγας Αντώνιος «εκείνοι που για κάποιους λόγους ή δύσκολες πε­ριστάσεις αναγκάζονται να κολυμπήσουν και στα μεγαλύτερα ποτάμια, αν είναι προσεκτικοί σώζονται, γιατί κι αν τα ρεύματα τυχαίνει να είναι ορμητικά και μπορούν να τους καταπιούν, πιάνονται άπ’ οτιδήποτε φυτρώνει στην όχθη και σώζονται. Όσοι όμως βρέθηκαν μεθυσμένοι (όταν παρουσιάστηκε η ανάγκη να πέσουν στο ποτάμι), ακόμη κι αν έχουν σπουδάσει άπειρες φορές στην εντέλεια το κολύμπι, βουλιάζουν κάτω από το ρεύμα και βγαίνουν από τον κύκλο των ζωντανών. Έτσι και η ψυχή όταν πέσει μέσα στον παρασυρμό και τον παραδαρμό των ρευμάτων του βίου, αν δεν ξεζαλιστεί από την κακία των υλικών πραγμάτων και δε σκεφτεί καλά ότι ενώ είναι θεϊκή και αθάνατη συνδέθηκε με το λιγόχρονο και πολυπαθές και θνητό σώμα για να δοκιμαστεί, τραβιέται προς τα κάτω από τις σω­ματικές ηδονές στην απώλεια. Και περιφρονώντας τον εαυτό της και μεθυσμένη από την άγνοια του Θεού και μη έχοντας συναίσθηση του εαυτού της, χάνεται και βγαίνει από τον κύκλο εκείνων που σώζονται. Γιατί το σώμα πολλές φορές σαν ποτάμι μας συμπαρασύρει σε άτοπες ηδονές»286.

Η φθαρτότητα του κόσμου, η βραχύτητα της ζωής, και η εγγύτητα του θανάτου φανερώνουν την ματαιότητα στην οποία οδηγεί η προσκόλληση στην αμεσότητα. Η συναίσθηση της ματαιότητας αυτής ελευθερώνει τον άνθρωπο από τη δουλεία της αμεσότητας και τον παραπέμπει στην αλήθεια της Βασιλείας του Θεού287. Η διατήρηση πλούτου ή ιδιοκτησίας δεν εκφράζει το πνεύμα της Βασιλείας του Θεού, που πρέπει να κατευθύνει τους πιστούς στη ζωή τους. «Όπως οι πλοίαρχοι και οι αμαξηλάτες με την προσοχή και την επιμέλεια πετυχαίνουν το σκοπό τους, έτσι πρέπει και όσοι φροντίζουν να ζουν τη σωστή και ενάρετη ζωή, να μελετούν και να φροντίζουν πως να ζουν όπως πρέπει και αρέσει στο Θεό. Εκείνος που θέλει να ζήσει έτσι και έχει καταλάβει ότι μπορεί, με την πίστη προχωρεί προς την αφθαρσία»288.

Στην τρέχουσα οικονομική κρίση η θεολογία της Εκκλησίας οφείλει προφητικά και ευχαριστιακά να αντιτάξει στον ασύδοτο ανταγωνισμό της παγκόσμιας κυριαρχίας την αλληλεγγύη και την κοινωνική δικαι­οσύνη, στην αυτονομημένη οικονομία των ανθρώπων και στον αμοραλισμό της, την οικονομία του Θεού για την υπέρβαση της φθοράς και του θανάτου, την αποκατάσταση της ενότητας των ανθρώπων, την ευθύνη και την μέριμνα για τον άλλο289. Στην Ορθόδοξη Εκκλησία, στην Εκκλησία των Πατέρων, ιδεώδης κοινωνικός τύπος δεν είναι ο homo economicus, δεν είναι ο έμπορος, δεν είναι ο επαγγελματίας, δεν είναι ο πλούσιος, ο καλοντυμένος, ο καλοπερασάκιας, ο υλιστής, ο homo economicus των ακραίων συστημά­των, των ατομοκρατικών είτε καπιταλιστικών είτε σοσιαλιστικών, αλλά ιδεώδης τύπος στον χριστιανι­σμό είναι ο ασκητής, ο άγιος, ο οποίος περνάει λιτά τη ζωή του290. Με την ασκητική χρήση του κόσμου ο άνθρωπος παραιτείται έμπρακτα από τον εγωκεντρισμό του και την απαίτηση να υποτάσσει τα πάντα στο ατομικό του συμφέρον291. Αντίθετα, ο δυτικός πολιτισμός, που κυριαρχεί παγκοσμίως στην εποχή μας, βασίζεται σε τελείως διαφορετικές προϋποθέσεις στόχων και σκοπιμοτήτων από το εσχατολογικό όρα­μα και την ευχαριστιακή πράξη της Εκκλησίας. Ενώ στόχος της Εκκλησίας είναι το κατά αλήθειαν ζην, η νοηματοδότηση της ζωής πέρα από τη φθορά και το θάνατο, ο ηθικός προβληματισμός όμως της Δύσης συνδέει το ήθος με τη βελτίωση των αντικειμενικών συνθηκών του ανθρωπίνου βίου, την αλήθεια με τη χρηστική αποτελεσματικότητά της292.

  Καιρός για μετάνοια. «Πρέπει να ομολογήσουμε όλοι, ότι ενεπλάκημεν στα πλοκάμια της σύγχρονης καταναλωτικής κοινωνίας, ότι παραμερίσαμε τον Θεό και τις ευαγγελικές διδαχές Του, ότι εμπιστευθήκαμε τους εαυτούς μας ανεπιφύλακτα σε όλους τους διαχειριστές των καρπών και των μόχθων του ελληνικού λαού και οι οποίοι επειδή είχαν τις δικές τους υστεροβουλίες δεν απεδείχθησαν δίκαιοι και ειλικρινείς»293. Η λύση στο πρόβλημα της οικονομικής κρίσεως είναι μονάχα μία: Η ένταξη στο χώρο της ζωής, του πραγματικού είναι, της αιωνιότητας. Η ένταξη στη Βασιλεία του Θεού, στο νέο κόσμο του Θεού που εγκαινίασε ο Ιησούς Χριστός. Μέσα στην εσχατολογική προοπτική της Βασιλείας του Θεού τα διάφορα προβλήματα σχετικοποιούνται και θεωρούνται στις συμβατικές τους διαστάσεις. Η σχετικοποίηση αυτή αποτελεί και την καλύτερη προϋπόθεση για τη σωστή αντιμετώπιση και επίλυσή τους. Κι εδώ πρέπει να θυμηθούμε πως η Βασιλεία του Θεού δεν είναι μία προσφορά νέων πραγμάτων από το Θεό στον άνθρωπο. Δεν δίνει ο Θεός νέα προγράμματα για τη λύση των προβλημάτων του ανθρώπου ούτε προσθέτει κάτι σ’ όσα του έχει δώσει. Η Βασιλεία του Θεού δεν σημαίνει υλική αφθονία, όπως πίστευαν οι Ισραηλίτες, ούτε λύση των προβλημάτων τους με την τεχνολογική πρόοδο ή τη ριζική κοινωνική αλλαγή, όπως θα θέλαμε εμείς. Η Βασιλεία του Θεού είναι η εμφάνιση ενός νέου προσώπου, του Ιησού Χριστού, η ενσάρκωση του Θεού του ίδιου, ώστε ο άνθρωπος να ανακαλύψει την αυθεντική του φύση, δηλαδή το κατ’ εικόνα. Η Βασιλεία του Θεού είναι ένα νέο ξε­κίνημα, μία ανατοποθέτηση του ίδιου του ανθρώπου από τον πλανεμένο δρόμο του «έχειν» στο σωτήριο δρόμο του «Είναι». Μ’ αυτήν την έννοια ο Χριστός λέει στους μαθητές του να ζητούν πρώτα και να επιδιώκουν την ένταξή τους στη Βασιλεία του Θεού (Ματθ. 6,33). Ουσιαστικά ζητεί να τον ακολουθήσουν στην πορεία του, να γίνουν όμοιοι μ’ αυτόν, να βρουν τη ζωή και την αιωνιότητα κοντά του294. Πρέ­πει να υιοθετήσουμε έναν νέο τρόπο συμπεριφοράς που εκφράζει η πραγματικότητα της Βασιλείας του Θεού. «Η υπέρβαση των εγωισμών μας, η αποδοχή του συνανθρώπου μας, η προσφορά μας προς αυτόν, ο σεβασμός μας προς την ιδιοπροσωπία του, η καταλλαγή και η συμβίωση όλων μαζί, ση­ματοδοτούν το νέο μοντέλο κοινωνίας, το οποίο ο Χριστός ευαγγελίζεται και η Εκκλησία προβάλλει, μέσα στη σκληρή σημερινή και απάνθρωπη κοσμική πραγματικότητα. Ας μην ξεχνάμε τον αγιογραφικό λόγο “αλλήλων τα βάρη βαστάζετε”» (Γαλ. 6,2)295.»

Εάν ο άνθρωπος αποδεχθεί τη Βασιλεία του Θεού, αυτόν το καινούριο τρόπο ζωής και συμπεριφοράς θα μπορέσει να υπερβεί τον εαυτό του και τη φιλαυτία του. Με αυτόν τον τρόπο θα επιλυθεί το ζήτημα της οικονομικής κρίσεως. Είναι ακριβώς η μετάβαση από το «έχειν» στο «Είναι», μετάβαση από το Εγώ στο Εσύ, από τη φιλαυτία στην ανιδιοτελή αγάπη, από το φόβο του θανάτου στο φως της ζωής.

Επειδή πολιτικοί, οικονομολόγοι και οι πάσης φύσεως ειδήμονες εδώ και τρία χρόνια προσπαθούν να βρουν λύση στο πρόβλημα της οικονομικής κρίσεως και δεν τα έχουν καταφέρει εμείς θα θέλαμε να υπενθυμίσουμε το σοφό λόγο του Μεγάλου Βασιλείου, σύμφωνα με τον οποίο: «Αν έπαιρνε καθένας ό,τι του χρειαζόταν για την ικανοποίηση της ανάγκης του και άφηνε σ’ όποιον είχε ανάγκη ό,τι ήταν γι’ αυτόν περισσό, κανένας δεν θα ήταν πλούσιος, κανένας δεν θα ήταν φτωχός….»296. Αυτό αποτελεί και τη λύση στο πρόβλημα της οικονομικής κρίσεως!

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...