«Σύ τίς εἶ ὁ κρίνων ἀλλότριον οἰκέτην; τῷ ἰδίῳ κυρίῳ στήκει ἤ πίπτει» (Ρωμ. 14.4).
Στίς παλαιότερες ἐποχές, ὅταν κάποιος πολίτης ἐπιχειροῦσε νά σφετερισθεῖ ἕνα βασιλικό προνόμιο, θεωρεῖτο ὅτι ἐποφθαλμιοῦσε τόν βασιλικό θρόνο καί καταδικαζόταν ὡς ἔνοχος ἐγκλήματος καθοσιώσεως. Ἐνῶ ὅμως αὐτό θεωρεῖται φυσικό γιά τούς ἐγκόσμιους βασιλεῖς, δέν ὑπολογίζουμε τή σημασία πού ἔχει, ὅταν πρόκειται γιά τόν ἐπουράνιο βασιλέα καί Θεό μας. Εὔκολα μάλιστα σπεύδουμε νά οἰκειοποιηθοῦμε ὅσα ἀνήκουν στήν ἀποκλειστική ἁρμοδιότητά του καί ἕνα ἀπό αὐτά εἶναι νά κρίνει τούς ἀνθρώπους.
«Σύ τίς εἶ ὁ κρίνων ἀλλότριον οἰκέτην;» ἀκούσαμε σήμερα τόν ἀπόστολο Παῦλο νά μᾶς ρωτᾶ. Ποιός εἶσαι ἐσύ πού κρίνει τόν ξένο ὑπηρέτη; «Τῷ ἰδίῳ κυρίῳ στήκει ἤ πίπτει». Αὐτός δέν εἶναι ὑπόλογος σέ σένα, ἀλλά στόν κύριό του, ὁ ὁποῖος καί θά κρίνει ἐάν εἶναι ἔνοχος ἤ ὄχι.
Ἄς ἐξετάσουμε, λοιπόν, ὅλοι τόν ἑαυτό μας. Καί ἄς ἀπαντήσουμε μέ εἰλικρίνεια. Ἄραγε δέν ἔχουμε κατακρίνει ποτέ κάποιον συνάνθρωπό μας, κάποιον ἀδελφό μας; Καί ἐάν τό ἔχουμε κάνει, ἔχουμε συνειδητοποιήσει ὅτι εἴμαστε ἔνοχοι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ἐφόσον σφετερισθήκαμε τό δικό του δικαίωμα νά κρίνει τούς ἀνθρώπους, ἀναλαμβάνοντας ἐμεῖς ἕναν ρόλο πού δέν μᾶς ἀνήκει καί ἀμφισβητώντας τή δική του ἐξουσία καί ἁρμοδιότητα;
Πόσο σοβαρό ἁμάρτημα εἶναι ἡ κρίση καί πολύ περισσότερο ἡ κατάκριση τῶν ἀδελφῶν μας, ἀποδεικνύεται ἀπό τό γεγονός ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός προσφέρει ὡς ἀνταμοιβή σέ ὅσους δέν κρίνουν τούς ἄλλους ἀνθρώπους, τήν ἀπαλλαγή ἀπό τή δική του κρίση. Τί μᾶς λέγει; «Μή κρίνετε ἵνα μή κριθῆτε». Ὅποιος δέν κρίνει τούς ἀδελφούς του, αὐτός δέν πρόκειται νά κριθεῖ ἀπό τόν Θεό.
Σκεφθεῖτε πόσες φορές καθημερινά πταίουμε καί ἁμαρτάνουμε μέ διαφόρους τρόπους ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Καί ὅμως ὁ Θεός μᾶς ἀπαλλάσσει ἀπό ὅλες αὐτές ὑπό τήν προϋπόθεση ὅτι δέν θά κρίνουμε τούς ἀδελφούς μας. Τόσο μεγάλη βαρύτητα ἔχει ἡ κρίση στά μάτια τοῦ Θεοῦ.
Γιατί ὅμως ἡ Ἐκκλησία μας μᾶς ὑπενθυμίζει τή σημασία τῆς κρίσεως καί τῆς κατακρίσεως σήμερα, καθώς εἰσερχόμεθα στήν Ἁγία καί Μεγάλη Τεσσαρακοστή, στό στάδιο τῆς νηστείας, τῆς μετανοίας καί τοῦ πνευματικοῦ ἀγῶνος;
Μᾶς τήν ὑπενθυμίζει γιά τρεῖς λόγους.
Ὁ πρῶτος εἶναι γιά νά μήν θεωρήσουμε ὅτι ἡ νηστεία πού καλούμεθα νά κάνουμε εἶναι νηστεία μόνο τροφῶν. Ἀσφαλῶς καλούμεθα νά νηστεύσουμε ἀπό ὁρισμένες τροφές, ὑπακούοντας στήν ἐντολή τῆς νηστείας καί ἀσκούμενοι στήν ἐγκράτεια. Ἀλλά δέν ἀρκεῖ μόνο ἡ νηστεία τῶν τροφῶν γιά νά καθάρουμε τήν ψυχή καί τό σῶμα μας. Ἀπαιτεῖται καί ἡ νηστεία τῶν παθῶν. Καί ἕνα ἀπό αὐτά καί μάλιστα σοβαρό εἶναι, ὅπως εἴδαμε, ἡ κρίση καί ἡ κατάκριση.
Ὁ δεύτερος λόγος εἶναι γιατί πολύ συχνά δέν ὑπολογίζουμε ὅτι ἡ κρίση καί ἡ κατάκριση μᾶς καθιστοῦν βαρύτατα ἐνόχους στά μάτια τοῦ Θεοῦ.
Καί ὁ τρίτος λόγος εἶναι ὅτι ἡ ἀποφυγή τῆς κρίσεως τῶν ἀδελφῶν μας ἀπαλλάσσει καί ἐμᾶς ἀπό τήν κρίση τοῦ Θεοῦ.
Ἄν συνειδητοποιήσουμε, δηλαδή, ὅτι ὅλος ὁ ἀγώνας ὁ πνευματικός πού κάνουμε κατά τή διάρκεια τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ἡ νηστεία, ἡ ἐγκράτεια, εἶναι γιά νά μήν εἴμαστε ἔνοχοι ἀπέναντι στό Θεό, καί ἐμεῖς παρότι προσπαθοῦμε καί ἀγωνιζόμαστε νά ἀπαλλαγοῦμε ἀπό ἄλλα ἁμαρτήματα, ἐπιβαρύνουμε τήν ψυχή μας μέ τήν κρίση καί τήν κατάκριση, καί ἀκόμη ὅτι, ἀποφεύγοντας νά κρίνουμε τούς συνανθρώπους μας, θά κερδίζαμε τό ἔλεος καί τή συγχώρηση τοῦ Θεοῦ, τότε θά ἤμασταν πολύ πιό προσεκτικοί. Θά ἐλέγχαμε τί λέμε καί πῶς τό λέμε γιά τούς ἀδελφούς μας καί δέν θά ἀπασχολούμασταν μέ τό νά κρίνουμε καί νά κατακρίνουμε τί κάνουν καί πῶς τό κάνουν. Μέ τόν τρόπο αὐτό θά εἴχαμε περισσότερο χρόνο νά ἀσχολούμεθα μέ τόν ἑαυτό μας καί μέ τήν ψυχή μας, καί μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ θά προοδεύαμε στήν ἐν Χριστῷ ζωή.
Εἰσερχόμενοι ἀπό ἀπόψε στήν Ἁγία καί Μεγάλη Τεσσαρακοστή, ἄς ἔχουμε, λοιπόν, κατά νοῦν τόν λόγο τοῦ ἀποστόλου Παύλου καί ἄς ἀποφεύγουμε τήν κρίση τῶν ἀδελφῶν μας, γιά νά μήν κατακριθοῦμε ὡς σφετεριστές τοῦ ἀποκλειστικοῦ δικαιώματος τοῦ Θεοῦ νά μᾶς κρίνει, ἀλλά καί γιά νά τύχουμε τό ἔλεος καί τή συγχώρησή του.
Μητροπολίτης Βεροίας κ. Παντελεήμων
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.