του αρχιμ. Παύλου Παπαδόπουλου
Σαν απαλό αεράκι περιδιάβαινες στο μοναστήρι.
Απαλός σαν χάδι.
Εύθραυστος σαν μικρό παιδί.
Άγγιζες το κενό των ψυχών και το γέμιζες.
Τόσες εμπειρίες μαζί κι όμως τόσο ξένος για εμάς…
Άραγε σε καταλάβαμε ποτέ;
Άραγε καταλάβαμε ποτέ το βάρος που σήκωνες;
Τί μάχες έδινες μέσα στην καρδιά σου;
Τί πόνο κουβάλησες τόσα χρόνια;
Πόση υπομονή βάσταξες;
Πόση ταπείνωση ενδύθηκες;
Πόση αγάπη έδωσες χωρίς ανταπόκριση;
Μα εσύ εκεί, στην αγαπημένη σου σιωπή.
Σεμνός και απλός.
Πράος και υπάκουος.
Σαν σε προσευχή στέκεις ακόμα μπροστά μας.
Γεννημένος ησυχαστής.
Σαν αλκυονίδα ημέρα στο καταχείμωνο.
Καθάριος σαν το απάτητο χιόνι.
Ασκητικός, βγαλμένος σαν από κάποιο Γεροντικό.
Με το βλέμμα πάντα χαμηλά.
Με το νου πάντα στα υψηλά.
Σε κυνηγώ, προσπαθώ να σε βρω, έστω τώρα, με μάτια δακρυσμένα.
Σε αναζητώ στους διαδρόμους των κελιών, στο ιερό του Καθολικού, στην αυλή του μοναστηριού…
Όχι, δεν κλαίω εσένα.
Για μένα κλαίω.
Κλαίω σαν εγωιστής, που τώρα σε έχασα, που μου έφυγες.
Μα δεν κλαίω μόνο εγώ.
Κλαίνε όλοι εκείνοι που σε γνώρισαν.
Και τα δάκρυά τους, μαρτύρια εμπρός του Κυρίου· μνημόσυνο των έργων σου, του ελέους και της αγάπης σου.
Και τα τέκνα σου σαν ένας λυγμός θωρούν το λείψανό σου.
Βουβοί στέκουν μπροστά στον τάφο…
Δάκρυα ευγνωμοσύνης γεμίζουν το πρόσωπό τους.
Μα και δάκρυα για την ορφάνια τους.
Μα τώρα εσύ «εν ετέρα μορφή» συνεχίζεις να υπάρχεις.
Στο χώμα σε αναζητούμε, μα εσύ είσαι αλλού.
Σε χώρα που δεν έχει χώρο, σε χρόνο που παύουν οι χρόνοι.
Τώρα αρχίζει η ζωή σου μέσα στο φως.
Πλέον δεν χρειάζεσαι μάσκα οξυγόνου για να αναπνεύσεις.
Τώρα αναπνέεις αλλιώς.
Πλέον δεν χρειάζεσαι βοήθεια για να κινηθείς.
Τώρα κινείσαι αλλιώς.
Όλα εκείνα για τα οποία αγωνίστηκες, τώρα γίνονται τα στεφάνια σου.
Όλες οι θυσίες σου, τώρα ανταμείβονται.
Για μας Σαρακοστή, μα για σε Πάσχα αιώνιο.
Έφυγες, μα δεν έφυγες.
Είσαι ακόμα εδώ κι ας μην σε βλέπουμε.
Τώρα ζεις…τώρα και για πάντα.
Εύχου να ζήσουμε κι εμείς.
Συγχώρα μας…
- - - - - - - - - - -
Δεν είναι το θέμα εάν θα σε
θυμόμαστε…
Αυτό είναι αυτονόητο.
Το ζητούμενο είναι εάν θα σε ευαρεστήσουμε με την ζωή μας…
Αυτό που ζητάμε είναι να πρεσβεύεις για εμάς, για το μοναστήρι σου, για όλους και
όλες που εμπιστεύτηκαν το πετραχήλι σου…
Να πρεσβεύεις, να ευλογείς και να μας ενισχύεις στον πνευματικό αγώνα…
Πολλά μπορεί να πει κάποιος για τη ζωή σου και την προσφορά σου στην Εκκλησία,
στους ανθρώπους…
Όμως τελικά δεν έχει σημασία τι θα πούμε εμείς ή τι γνώμη έχουμε εμείς για
εσένα.
Σημασία έχει η αλήθεια που γνωρίζει ο Θεός για εσένα. Σημασία έχει η σχέση που
είχες με τον Χριστό μας, με την Υπεραγία Θεοτόκο.
Σημασία δεν έχουν τα μάρμαρα του τάφου…
Σημασία έχει ότι έζησες σταυρικά, ασκητικά και τώρα ζεις «αλλιώς», δεν σε
περιορίζει η ασθένεια, δεν σε βασανίζει πλέον ο πόνος. Τώρα είσαι λεύτερος…
Σαράντα ημερόνυχτα πέρασαν, μα για σένα πλέον δεν υπάρχουν μέρες και νύχτες,
όλα είναι φως και ζωή.
Ένα παρόν συγχώρεσης και αποδοχής, ειρήνης και αγάπης.
Παντελεήμονος ιερομόναχου, πατρός και καθηγουμένου ημών, αιώνια η μνήμη.
+ 27 Φεβρουαρίου 2025
- - - - - - - - - - - - -
Γιατί γέροντα, όντως ήσουν σπουδαίος άνθρωπος;
Γιατί όλοι έχουν έναν καλό λόγο να πούνε για σένα;
Γιατί γέροντα ακόμα και φεύγοντας, έκανες τόσους ανθρώπους να έρθουν κοντά σου;
Πάλεψες γέροντα στον πιο σπουδαίο, δύσκολο και σημαντικό αγώνα του κάθε ανθρώπου. Τον αγώνα κατά του κακού εαυτού μας. Διότι ήξερες καλά, ότι κανείς δεν είναι εχθρός μας, κανείς δεν μπορεί να μας βλάψει, εάν εμείς οι ίδιοι δεν επιτρέψουμε την καρδιά μας να βλαφτεί από τον θιγμένο εγωισμό μας.
Εάν ανθρωπίνως κάπου έσφαλες, ζητούσες συγνώμη.
Δεν δίσταζες να ταπεινωθείς με κάθε ευκαιρία.
Δεν το έπαιζες ηγούμενος, σεβάσμιος και υπεράνω.
Αντιθέτως, «φοβόσουν» όλους εκείνους που αυτοδιαφημιζόταν «τέλειοι», «πνευματικοί άνθρωποι», «αλάνθαστοι γέροντες», «αυθεντίες».
Έχοντας σταθερό εκκλησιαστικό φρόνημα, στεκόσουν με ευλάβεια και σεβασμό, σαν καλός υποτακτικός, στις αποφάσεις της Εκκλησίας μας.
Δεν ζούσες μέσα στην αυτονομία της αλαζονείας, της ψευδαίσθησης μιας πνευματικής αυτάρκειας.
Κάθε σου κίνηση ήταν μέσα στο πλαίσιο της υπακοής.
Γι’αυτό και ησύχαζες και ειρήνευες μέσα στην ασφάλεια του «να ναι ευλογημένο».
Πολλοί ήταν εκείνοι που σε πλησίαζαν για να πάρουν κάτι από εσένα. Λίγοι ήταν εκείνοι που σε πλησίαζαν για σένα. Χωρίς να ζητούν, χωρίς να απαιτούν, χωρίς να εισβάλουν αδιάκριτα στην ησυχαστική ζωή σου.
Γιατί δυστυχώς οι άνθρωποι όταν βλέπουν έναν άνθρωπο του Θεού, αντί να ησυχάσουν κοντά του, αντί να ωφεληθούν από το παράδειγμα ζωής του, αντί να ξυπνήσουν πνευματικά, αυτοί δυστυχώς βρίσκουν την ευκαιρία να ζητήσουν λύση στα προβλήματά τους, να βολευτούν κοσμικά, να ισορροπήσουν συναισθηματικά.
Κι εσύ, γέροντα, δεν τους αρνιόσουν ούτε αυτά κι ας σε χρησιμοποιούσαν σαν δεκανίκι της ζωής τους. Γιατί σαν πατέρας, ήθελες να βοηθήσεις όπως μπορούσες στην αρχή, ώστε στη συνέχεια να τους ωφελήσεις και πνευματικά. Διότι το σημαντικό για σένα ήταν οι άνθρωποι να συνδεθούν με τον Χριστό και όχι με τον πνευματικό τους. Ο πνευματικός να είναι διάφανος, ώστε ο πιστός να βλέπει πίσω από τον πνευματικό, τον Σωτήρα Χριστό. Ήθελες να αποκτήσουν οι άνθρωποι μετάνοια ώστε να γίνουν καλοί-καλύτεροι και όχι απλά να είναι καλά, να περνούν καλά, να νιώθουν καλά.
Δεν ήθελες καθόλου την γεροντολατρεία που κάποιοι καλλιεργούσαν. Ζούσες με την διάκριση του σοφού γέροντα αλλά και την ταπείνωση του υποτακτικού.
Χαιρόσουν όταν έβλεπες μετάνοια.
Αυτό ήταν το σημαντικό. Όχι η πτώση, αλλά η μετάνοια.
Το σημαντικό ήταν να βλέπεις δάκρυα μετάνοιας στην εξομολόγηση και όχι δάκρυα εγωισμού.
Απέφευγες τις τιμές του κόσμου. Απέφευγες τις περιττές κοινωνικότητες. Ήσουν εσωστρεφής στην φύση σου, όμως η εσωστρέφεια αυτή συνδεόταν με την προσευχή και την ασκητικότητα, γι’ αυτό και ήταν γόνιμη με καρπούς πνευματικούς.
Χαιρόσουν όταν έβλεπες να προοδεύουν οι άνθρωποι στην ζωή τους. Χαιρόσουν όμως περισσότερο όταν έβλεπες τα πνευματικά σου τέκνα να προοδεύουν στα πνευματικά, να ξεπερνούν πάθη και κακές συνήθειες και πλέον να αγωνίζονται, ενισχυόμενοι από τα Μυστήρια της Εκκλησίας μας.
Πολλά θα ειπωθούν από τους ανθρώπους για σένα. Ο καθένας μπορεί να έχει μια ιστορία να διηγηθεί. Όμως την ιστορία της επίγειας ζωής σου την γνωρίζει μόνο ο Χριστός. Εμείς ξέρουμε αυτά που γίνανε μπροστά μας ή δημόσια. Ο Χριστός όμως ξέρει όλους εκείνους τους αγώνες, τις αγωνίες, την μετάνοια, την προσευχή, την νηστεία, την υπομονή που έκανες και στα κρυφά. Ξέρει όλα εκείνα που πραγματώθηκαν στο ταμείο της ψυχής σου. Ξέρει τα βαθιά της καρδιάς σου. Μιας καρδιάς που παραδόθηκε στην Θεία Πρόνοια, που αρνήθηκε την δόξα, την καλοπέραση, τον συμβιβασμό· που προτίμησε την αδοξία, την κακοπάθεια, την αφάνεια, την θυσία για την αγάπη του Χριστού.
Ήσουν σπουδαίος γέροντα…
Όχι για την περιουσία που πρόσφερες στο μοναστήρι σου, στους φτωχούς, στους πάσχοντες αδελφούς σου.
Όχι για τις πνευματικές συμβουλές που βοήθησαν τους αμέτρητους που εμπιστεύτηκαν το πετραχήλι σου.
Ήσουν σπουδαίος για μένα, γιατί είχες καρδιά με έλεος.
Γι’ αυτό και έκανες και όλα τα παραπάνω.
Ήσουν άνθρωπος.
Ήσουν χριστιανός.
Ήσουν ορθόδοξος.
Ήσουν μοναχός.
Ήσουν ιερέας.
Ήσουν πνευματικός.
Ήσουν ηγούμενος.
Ήσουν μια τρυφερότητα που έχει ένα παιδί.
Ήσουν απαλός και καθαρος.
Ήσουν εύθραυστος σωματικά, μα στέρεος πνευματικά.
Ήσουν και είσαι ένα κομμάτι της ζωής μας.
Και η κοίμησή σου, μια άνω τελεία στην σχέση μας.
Τώρα δεν προσμένεις τίποτα, γιατί όλα τα ζεις.
Τώρα δεν πονάς, μα συνεχίζεις να συμπονάς τον καθένα μας.
Τώρα στέκεις και πάλι αφανής σε εμάς, μα ορατός και γνωστός στον Κύριο.
Τελικά άξιζε αυτή η ζωή;
Άξιζαν οι κόποι, οι πόνοι, η κούραση, ο αγώνας;
Σα να σε βλέπω, σα να σε ακούω να μου λες,
«Άξιζαν, μα και πάλι ήταν λίγοι μπροστά στο δώρο της ζωής που μου προσφέρεται τώρα. Το δώρο της σωτηρίας τελικά μας χαρίζεται· γιατί κανένα αντίδωρό μας δεν μπορεί να σταθεί ισάξιο. Τι έκανα εγώ νομίζεις; Λίγο φιλότιμο έδειξα, έναν μικρό σταυρό υπέμεινα. Τίποτα το σπουδαίο δεν έκανα. Σπουδαίος είναι ο Θεός μας».
Αρχιμανδρίτης Παύλος Παπαδόπουλος





Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.