«Νεανίσκε, σοί λέγω, ἐγέρθητι» (Λουκ. 7.14).
Ἀρκετές φορές οἱ ἱεροί εὐαγγελιστές περιγράφουν συναντήσεις καί συνομιλίες τοῦ Χριστοῦ μέ νέους ἀνθρώπους, ὅμως ἡ σημερινή συνάντηση καί συνομιλία τοῦ Χριστοῦ ἔχει μία διαφορετική διάσταση καί ἕνα διαφορετικό περιεχόμενο. Γιατί δέν ἔρχεται ὁ νέος πρός τόν Χριστό ἀλλά ὁ Χριστός πρός τόν νέο. Ἔρχεται ὁ δημιουργός πρός τό πλάσμα του, ὁ Κύριος τῆς ζωῆς καί τοῦ θανάτου πρός αὐτόν πού ὑπόκειται ἤδη στόν νόμο τοῦ θανάτου, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ συνέπεια τῆς πτώσεως καί τῆς ἁμαρτίας τοῦ ἀνθρώπου. Ἔρχεται ὁ φιλάνθρωπος Κύριος γιά νά δώσει ζωή καί ἐλπίδα καί προοπτική στόν νεανίσκο πού τήν ἔχασε τόσο πρόωρα, ἔχει ὅμως τώρα τή δυνατότητα νά ζήσει αὐτό τό μεγάλο θαῦμα χάρη στήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Ἔρχεται καί τοῦ ἀπευθύνει μιά πρόσκληση, μία διαταγή: «Νεανίσκε, σοί λέγω, ἐγέρθητι».
Μέσα στόν θρῆνο καί τόν ὀδυρμό τῆς νεκρικῆς πομπῆς ἡ πρόσκληση τοῦ Ἰησοῦ ἠχεῖ περίεργη, ἠχεῖ ὡς παραφωνία. Ἀφοῦ ὁ νεκρός νεανίας δέν ἀκούει, ἀφοῦ ὁ νεκρός δέν μπορεῖ νά σηκωθεῖ, σέ ποιόν ἀπευθύνει τήν πρόσκληση, σέ ποιόν δίδει τήν ἐντολή ὁ Χριστός;



















